|
Ο Άγιος Βίκτωρ ανήκει στο μαρτυρικό χορό, που με το αίμα του πότισε το ζωηφόρο δένδρο της χριστιανικής πίστης τον δεύτερο αιώνα μετά Χριστόν, όταν βασιλιάς ήταν ο Αντωνίνος (160 μ.Χ.). Οι υπηρεσίες του υπέρ του Ευαγγελίου, είχαν σαν στάδιο την Ιταλία. Εκεί ο Βίκτωρ έτρεχε σε διάφορες πόλεις και έσπερνε το λόγο της σωτηρίας. Συλλαμβάνεται γι' αυτό και εκβιάζεται να προσφέρει θυσία στα είδωλα. Επειδή όμως δεν λύγισε, του έβγαλαν τα μάτια και τον κρέμασαν με το κεφάλι προς τα κάτω. Έτσι παρέδωσε τη γενναία και άγια ψυχή του.
Ἀπολυτίκιον
Τρισάριθμον σύνθημα, των αθλοφόρων Χριστού, υμνήσωμεν άσμασι, χαριστηρίοις πιστοί, Μηνάν τον αοίδιμον, Βίκτωρα τον γενναίον, και Βικέντιον θείον, πλάνην την των ειδώλων, καταργήσαντας πίστει. Αυτών ταις ικεσίαις, Χριστέ ο Θεός, σώσον τας ψυχάς ημών.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον Tρισάριθμον σύνταγμα τῶν ἀθλητῶν τοῦ Χριστοῦ συμφώνως τιμήσωμεν ὡς καθαιρέτας ἐχθροῦ, Μηνᾶν τὸν ἀοίδημον, Βίκτωρα τὸν γενναῖον καὶ Βικέντιον ἅμα, τούτοις συνευφημοῦντες στεφανίδα τὴν θείαν. Αὐτῶν, Χριστέ, ἱκεσίαις πάντας ἐλέησον. |
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΑΡΞΙΣΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΑΡΞΙΣΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013
ΑΓΙΟΣ ΒΙΚΤΩΡ
ΑΓΙΟΣ ΜΗΝΑΣ
Ο Άγιος Μηνάς γεννήθηκε στην Αίγυπτο στα μέσα περίπου του 3ου αιώνα μ.Χ. από γονείς ειδωλολάτρες. Ωστόσο, το ειδωλολατρικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωνε, δεν κατάφερε να σκληρύνει την καρδιά του η οποία, όταν ήλθε η στιγμή, σκίρτησε ακούγοντας την φωνή του «ἐτάζοντος καρδίας καὶ νεφρούς» (Ψαλμοί 7,10) Θεού και έτσι ο, έφηβος ακόμη, Μηνάς έγινε χριστιανός.
Μεγαλώνοντας, επέλεξε να σταδιοδρομήσει στον Ρωμαϊκό στρατό, στο ιππικό τάγμα των Ρουταλικών, υπό την διοίκηση του Αργυρίσκου. Η έδρα της μονάδας του ήταν στο Κοτυάειον (σημερινή Κιουτάχεια) της Μικράς Ασίας. Εκεί ο Μηνάς διακρίθηκε και για την φρόνησή του αλλά και για το ανδρείο του φρόνημα και γι’ αυτό έχαιρε εκτιμήσεως στο κύκλο των στρατιωτικών.
Δυστυχώς όμως, τρεις αιώνες μετά την έλευση του Χριστού και ο παλαιός κόσμος ακόμη δεν ήθελε να δεχθεί το λυτρωτικό μήνυμα της Αναστάσεως, παραμένοντας αυτάρεσκα, εγωιστικά και αυτοκαταστροφικά προσκολλημένος στη φθορά και το σκοτάδι. Οι αυτοκράτορες της Ρώμης άρχισαν και πάλι «πρὸς κέντρα λακτίζειν» (Πράξεις 26,14). Ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός διέταξαν διωγμό εναντίον των λογικών προβάτων του Χριστού, διωγμό ο οποίος κράτησε από το 303 έως το 311 μ.Χ. Έτσι, οι Ρωμαίοι στρατιώτες διατάχθηκαν να συλλαμβάνουν και να τυραννούν τους χριστιανούς προσπαθώντας να τους κάνουν να αλλαξοπιστήσουν. Αυτή ήταν και η πρώτη κρίσιμη στιγμή κατά την οποία ο Μηνάς κλήθηκε να πει «το μεγάλο ναι ή το μεγάλο όχι». Η πίστη του στον Χριστό νίκησε την κοσμική «σύνεση» και λογική.
Ο Άγιος δεν άντεξε, πέταξε στη γη την στρατιωτική του ζώνη απεκδυόμενος μ’ αυτόν τον τρόπο την ιδιότητα του στρατιώτη - διώκτη των χριστιανών, και διέφυγε στο παρακείμενο όρος. Εκεί ασκήτευε, προτιμώντας την συντροφιά των θηρίων της φύσης από την συντροφιά των αποθηριωμένων ειδωλολατρών. Εκεί, «ἐν ἐρημίαις πλανώμενος καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταὶς ὀπαὶς τῆς γῆς» (Προς Εβραίους 11,38), έζησε επί αρκετό διάστημα με νηστεία, αγρυπνία και προσευχή. Η ασκητική ζωή και η ησυχία εθέρμαναν την καρδιά του ανάβοντας τον θείο έρωτα και τον πόθο του μαρτυρίου.
Έτσι, σε ηλικία πενήντα περίπου ετών, μετά από θεία αποκάλυψη ότι είχε φτάσει η ώρα του μαρτυρίου, κατέβηκε στην πόλη, σε μέρα ειδωλολατρικού πανηγυριού και με παρρησία, εν μέσω των μαινομένων ειδωλολατρών, ομολόγησε τον Χριστό ως τον ένα και αληθινό Θεό, μυκτηρίζοντας τα κωφά και αναίσθητα είδωλα. Συνελήφθη και σύρθηκε δερόμενος μπροστά στον Πύρρο, τον διοικητή της πόλεως. Εκεί, μιλώντας με θάρρος, αποκάλυψε το όνομά του, την καταγωγή του, το στρατιωτικό του παρελθόν και, φυσικά, διεκήρυξε με τόλμη και αταλάντευτη επιμονή την πίστη του στον Χριστό. Οδηγήθηκε στη φυλακή και το πρωί της επομένης ημέρας, μετά το πέρας του ειδωλολατρικού πανηγυριού, τον παρουσίασαν και πάλι ενώπιον του ηγεμόνος ο οποίος τον κατηγόρησε ότι εξύβρισε τους θεούς και μάλιστα μπροστά του και ότι λιποτάκτησε από τον στρατό. Ο Άγιος αποδέχθηκε τις κατηγορίες χωρίς δισταγμό.
Ο Πύρρος, ευλαβούμενος στην αρχή την ηλικία και την ευκοσμία του, προσπάθησε με λόγια και υποσχέσεις αλλά και με απειλές στη συνέχεια, να τον αποσπάσει από την πίστη του Χριστού. Όταν οι προσπάθειές του προσέκρουσαν στην σταθερή άρνηση του Αγίου, διέταξε να τον υποβάλουν σε ανυπόφορα βασανιστήρια. Οι δήμιοι τον μαστίγωσαν τόσο πολύ ώστε άλλαξαν δύο και τρεις φορές οι μαστιγωτές του. Τον κρέμασαν και τον έγδερναν μέχρι που άρχισαν να φαίνονται τα εσωτερικά όργανα του Αγίου. Έπειτα, σαν να μην έφθαναν αυτά, έτριβαν το καταπληγωμένο του σώμα με τρίχινο ύφασμα και στο τέλος τον έσερναν γυμνό και κατακρεουργημένο πάνω σε μεταλλικά αγκάθια. Όλα τα υπέμενε με γενναιότητα και καρτεροψυχία ο Μάρτυς του Χριστού, εφαρμόζοντας το Ευαγγελικό «καὶ μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτείναι» (Ματθαίος 10,28).
Μάλιστα, την ώρα του μαρτυρίου, κάποιοι παλιοί συστρατιώτες του τον προέτρεπαν να θυσιάσει στα είδωλα λέγοντας ότι ο Θεός του θα τον δικαιολογήσει βλέποντας τα βασανιστήρια στα οποία τον υπέβαλλαν. Ο Άγιος αρνήθηκε αποφασιστικά και τους απάντησε ότι προσφέρει θυσία ακόμη και τον εαυτό του στον Χριστό, ο οποίος τον ενδυναμώνει για να υπομένει τις πληγές.
Ο ηγεμόνας, θαυμάζοντας την ευστοχία και την σοφία των απαντήσεων του Μάρτυρα, τον ρώτησε απορημένος πώς είναι δυνατόν ένας τραχύς στρατιώτης σαν αυτόν να μπορεί να απαντά κατ’ αυτόν τον τρόπο. Και ο Άγιος, με τη φώτιση του Θεού, του αποκρίθηκε ότι αυτή την ικανότητα την χαρίζει στους μάρτυρές του ο Χριστός, όπως έχει υποσχεθεί στο Ευαγγέλιο: «ὅταν δὲ προσφέρωσιν ὑμᾶς ἐπὶ τᾶς συναγωγᾶς καὶ τᾶς ἀρχὰς καὶ τᾶς ἐξουσίας, μὴ μεριμνᾶτε πῶς ἢ τί ἀπολογήσησθε ἢ τί εἴπητε. Τὸ γὰρ Ἅγιον Πνεῦμα διδάξει ὑμᾶς ἐν αὐτῇ τὴ ὥρα ἃ δεῖ εἰπειν» (Λουκά ιβ’, 11-12).
Τότε, απελπισμένος ο τύραννος, διέταξε να τον αποκεφαλίσουν. Βαδίζοντας προς τον τόπο της εκτέλεσης ο Άγιος πρόλαβε να ζητήσει από κάποιους κρυπτοχριστιανούς να μεταφέρουν το λείψανό του στην Αίγυπτο.
Ο αποκεφαλισμός του έγινε την 11η Νοεμβρίου στις αρχές του 4ου αι. μ.Χ. (πιθανότατα το 304 μ.Χ.) και έτσι η ψυχή του πέταξε χαρούμενη προς τον Σωτήρα Χριστό τον οποίο τόσο επόθησε ο Άγιος και για τον οποίο θυσιάσθηκε. Οι δήμιοι άναψαν φωτιά για να κάψουν το σώμα του.
Ότι κατάφεραν οι χριστιανοί να περισώσουν από την πυρά το μετέφεραν στην Αίγυπτο και το έθαψαν κοντά στην Μαρεώτιδα λίμνη, νοτιοδυτικά της Αλεξάνδρειας.
Στο σημείο εκείνο σταμάτησε, κατά την παράδοση, η καμήλα που μετέφερε τα λείψανα αρνούμενη πεισματικά να προχωρήσει. Έτσι οι χριστιανοί κατάλαβαν ότι ήταν θέλημα Θεού να ενταφιασθούν εκεί τα λείψανα του Αγίου.
Η περιοχή του τάφου πολύ σύντομα εξελίχθηκε σε προσκυνηματικό - λατρευτικό κέντρο.
Ο Μέγας Κωνσταντίνος, όταν ήταν Πατριάρχης Αλεξανδρείας ο Μέγας Αθανάσιος, ανήγειρε ναό πάνω στον τάφο του Αγίου. Σε λίγα χρόνια δημιουργήθηκε εκεί εκτεταμένο κτιριακό συγκρότημα το οποίο περιελάμβανε δύο ναούς, μοναστήρι, ξενώνες και άλλες εγκαταστάσεις.
Μεγαλώνοντας, επέλεξε να σταδιοδρομήσει στον Ρωμαϊκό στρατό, στο ιππικό τάγμα των Ρουταλικών, υπό την διοίκηση του Αργυρίσκου. Η έδρα της μονάδας του ήταν στο Κοτυάειον (σημερινή Κιουτάχεια) της Μικράς Ασίας. Εκεί ο Μηνάς διακρίθηκε και για την φρόνησή του αλλά και για το ανδρείο του φρόνημα και γι’ αυτό έχαιρε εκτιμήσεως στο κύκλο των στρατιωτικών.
Δυστυχώς όμως, τρεις αιώνες μετά την έλευση του Χριστού και ο παλαιός κόσμος ακόμη δεν ήθελε να δεχθεί το λυτρωτικό μήνυμα της Αναστάσεως, παραμένοντας αυτάρεσκα, εγωιστικά και αυτοκαταστροφικά προσκολλημένος στη φθορά και το σκοτάδι. Οι αυτοκράτορες της Ρώμης άρχισαν και πάλι «πρὸς κέντρα λακτίζειν» (Πράξεις 26,14). Ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός διέταξαν διωγμό εναντίον των λογικών προβάτων του Χριστού, διωγμό ο οποίος κράτησε από το 303 έως το 311 μ.Χ. Έτσι, οι Ρωμαίοι στρατιώτες διατάχθηκαν να συλλαμβάνουν και να τυραννούν τους χριστιανούς προσπαθώντας να τους κάνουν να αλλαξοπιστήσουν. Αυτή ήταν και η πρώτη κρίσιμη στιγμή κατά την οποία ο Μηνάς κλήθηκε να πει «το μεγάλο ναι ή το μεγάλο όχι». Η πίστη του στον Χριστό νίκησε την κοσμική «σύνεση» και λογική.
Ο Άγιος δεν άντεξε, πέταξε στη γη την στρατιωτική του ζώνη απεκδυόμενος μ’ αυτόν τον τρόπο την ιδιότητα του στρατιώτη - διώκτη των χριστιανών, και διέφυγε στο παρακείμενο όρος. Εκεί ασκήτευε, προτιμώντας την συντροφιά των θηρίων της φύσης από την συντροφιά των αποθηριωμένων ειδωλολατρών. Εκεί, «ἐν ἐρημίαις πλανώμενος καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταὶς ὀπαὶς τῆς γῆς» (Προς Εβραίους 11,38), έζησε επί αρκετό διάστημα με νηστεία, αγρυπνία και προσευχή. Η ασκητική ζωή και η ησυχία εθέρμαναν την καρδιά του ανάβοντας τον θείο έρωτα και τον πόθο του μαρτυρίου.
Έτσι, σε ηλικία πενήντα περίπου ετών, μετά από θεία αποκάλυψη ότι είχε φτάσει η ώρα του μαρτυρίου, κατέβηκε στην πόλη, σε μέρα ειδωλολατρικού πανηγυριού και με παρρησία, εν μέσω των μαινομένων ειδωλολατρών, ομολόγησε τον Χριστό ως τον ένα και αληθινό Θεό, μυκτηρίζοντας τα κωφά και αναίσθητα είδωλα. Συνελήφθη και σύρθηκε δερόμενος μπροστά στον Πύρρο, τον διοικητή της πόλεως. Εκεί, μιλώντας με θάρρος, αποκάλυψε το όνομά του, την καταγωγή του, το στρατιωτικό του παρελθόν και, φυσικά, διεκήρυξε με τόλμη και αταλάντευτη επιμονή την πίστη του στον Χριστό. Οδηγήθηκε στη φυλακή και το πρωί της επομένης ημέρας, μετά το πέρας του ειδωλολατρικού πανηγυριού, τον παρουσίασαν και πάλι ενώπιον του ηγεμόνος ο οποίος τον κατηγόρησε ότι εξύβρισε τους θεούς και μάλιστα μπροστά του και ότι λιποτάκτησε από τον στρατό. Ο Άγιος αποδέχθηκε τις κατηγορίες χωρίς δισταγμό.
Ο Πύρρος, ευλαβούμενος στην αρχή την ηλικία και την ευκοσμία του, προσπάθησε με λόγια και υποσχέσεις αλλά και με απειλές στη συνέχεια, να τον αποσπάσει από την πίστη του Χριστού. Όταν οι προσπάθειές του προσέκρουσαν στην σταθερή άρνηση του Αγίου, διέταξε να τον υποβάλουν σε ανυπόφορα βασανιστήρια. Οι δήμιοι τον μαστίγωσαν τόσο πολύ ώστε άλλαξαν δύο και τρεις φορές οι μαστιγωτές του. Τον κρέμασαν και τον έγδερναν μέχρι που άρχισαν να φαίνονται τα εσωτερικά όργανα του Αγίου. Έπειτα, σαν να μην έφθαναν αυτά, έτριβαν το καταπληγωμένο του σώμα με τρίχινο ύφασμα και στο τέλος τον έσερναν γυμνό και κατακρεουργημένο πάνω σε μεταλλικά αγκάθια. Όλα τα υπέμενε με γενναιότητα και καρτεροψυχία ο Μάρτυς του Χριστού, εφαρμόζοντας το Ευαγγελικό «καὶ μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτείναι» (Ματθαίος 10,28).
Μάλιστα, την ώρα του μαρτυρίου, κάποιοι παλιοί συστρατιώτες του τον προέτρεπαν να θυσιάσει στα είδωλα λέγοντας ότι ο Θεός του θα τον δικαιολογήσει βλέποντας τα βασανιστήρια στα οποία τον υπέβαλλαν. Ο Άγιος αρνήθηκε αποφασιστικά και τους απάντησε ότι προσφέρει θυσία ακόμη και τον εαυτό του στον Χριστό, ο οποίος τον ενδυναμώνει για να υπομένει τις πληγές.
Ο ηγεμόνας, θαυμάζοντας την ευστοχία και την σοφία των απαντήσεων του Μάρτυρα, τον ρώτησε απορημένος πώς είναι δυνατόν ένας τραχύς στρατιώτης σαν αυτόν να μπορεί να απαντά κατ’ αυτόν τον τρόπο. Και ο Άγιος, με τη φώτιση του Θεού, του αποκρίθηκε ότι αυτή την ικανότητα την χαρίζει στους μάρτυρές του ο Χριστός, όπως έχει υποσχεθεί στο Ευαγγέλιο: «ὅταν δὲ προσφέρωσιν ὑμᾶς ἐπὶ τᾶς συναγωγᾶς καὶ τᾶς ἀρχὰς καὶ τᾶς ἐξουσίας, μὴ μεριμνᾶτε πῶς ἢ τί ἀπολογήσησθε ἢ τί εἴπητε. Τὸ γὰρ Ἅγιον Πνεῦμα διδάξει ὑμᾶς ἐν αὐτῇ τὴ ὥρα ἃ δεῖ εἰπειν» (Λουκά ιβ’, 11-12).
Τότε, απελπισμένος ο τύραννος, διέταξε να τον αποκεφαλίσουν. Βαδίζοντας προς τον τόπο της εκτέλεσης ο Άγιος πρόλαβε να ζητήσει από κάποιους κρυπτοχριστιανούς να μεταφέρουν το λείψανό του στην Αίγυπτο.
Ο αποκεφαλισμός του έγινε την 11η Νοεμβρίου στις αρχές του 4ου αι. μ.Χ. (πιθανότατα το 304 μ.Χ.) και έτσι η ψυχή του πέταξε χαρούμενη προς τον Σωτήρα Χριστό τον οποίο τόσο επόθησε ο Άγιος και για τον οποίο θυσιάσθηκε. Οι δήμιοι άναψαν φωτιά για να κάψουν το σώμα του.
Ότι κατάφεραν οι χριστιανοί να περισώσουν από την πυρά το μετέφεραν στην Αίγυπτο και το έθαψαν κοντά στην Μαρεώτιδα λίμνη, νοτιοδυτικά της Αλεξάνδρειας.
Στο σημείο εκείνο σταμάτησε, κατά την παράδοση, η καμήλα που μετέφερε τα λείψανα αρνούμενη πεισματικά να προχωρήσει. Έτσι οι χριστιανοί κατάλαβαν ότι ήταν θέλημα Θεού να ενταφιασθούν εκεί τα λείψανα του Αγίου.
Η περιοχή του τάφου πολύ σύντομα εξελίχθηκε σε προσκυνηματικό - λατρευτικό κέντρο.
Ο Μέγας Κωνσταντίνος, όταν ήταν Πατριάρχης Αλεξανδρείας ο Μέγας Αθανάσιος, ανήγειρε ναό πάνω στον τάφο του Αγίου. Σε λίγα χρόνια δημιουργήθηκε εκεί εκτεταμένο κτιριακό συγκρότημα το οποίο περιελάμβανε δύο ναούς, μοναστήρι, ξενώνες και άλλες εγκαταστάσεις.
Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012
Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΛΟΓΓΙΝΟΣ Ο ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΣ
Κατά τη Σταύρωση του Κυρίου, μεταξύ των στρατιωτών που κύκλωναν το Σταυρό, ήταν κι ο Εκατόνταρχος Λογγίνος. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ο Λογγίνος δεν είχε γνωρίσει τον Κύριο. Όμως ξαφνικά η ψυχή του γνώρισε και τα μάτια του είδαν. Είδαν τα αγκάθια, τη καταφρόνια στο πρόσωπο του Ιησού, το ανηφορικό κουβάλημα του Σταυρού, τα καρφιά και την ταπεινωτική ύψωσή Του ανάμεσα στους ληστές. Κι όταν ο Κύριος ξεψύχησε, η γη σείστηκε κι ο ήλιος σκοτείνιασε, ενώ ράγισαν οι πέτρες και ανοιχτήκαν οι τάφοι των πεθαμένων.
Ακόμη και οι στρατιώτες τρόμαξαν, ενώ ο εκατόνταρχος Λογγίνος ψιθύρισε περιδεής: «Αληθινά ο γιός του Θεού ήταν αυτός». Όταν λίγες ώρες αργότερα ενταφιάστηκε το σώμα του Κυρίου, ο Λογγίνος έλαβε διαταγή από τον Πιλάτο, να φρουρήσει με τους στρατιώτες του τον πανάγιο Τάφο. Κι όταν Άγγελος Κυρίου σήκωσε την πέτρα από τον Τάφο, οι στρατιώτες τυφλώθηκαν κ έπεσαν στη γη, ο εκατόνταρχος πίστεψε στον Κύριο. Μαζί πίστεψαν και δυο στρατιώτες του και αμέσως ομολόγησαν την αλήθεια και γίνανε κήρυκες της Ανάστασης Του.
Όταν έμαθαν τα καθέκαστα οι Αρχιερείς, τους φώναξαν ανακρίνοντάς τους. Τότε ο Λογγίνος είπε: “Τα μάτια μου είδαν το θαύμα και η ψυχή μου την αλήθεια”. Όμως εκείνοι εκούσια τυφλοί του ανταπάντησαν: “Αυτό που λες, είναι φαντασία σου. Οι μαθητές του Ναζωραίου Τον έκλεψαν από τον τάφο.” Τότε ο εκατόνταρχος κι οι δυο στρατιώτες δήλωσαν με παρρησία πως δεν κοιμήθηκαν ούτε στιγμή και δεν μπορούν να κρύψουν την αλήθεια της Ανάστασης. Οι Αρχιερείς τότε προσπάθησαν να τους δωροδοκήσουν. Κι ο Λογγίνος έδωσε την πιο ξεκάθαρη απάντηση: “Η αλήθεια είναι πιο δυνατή από τ’ ασήμι σας. Μάταιο κόπο κάνετε να σκοτεινιάσετε αυτό που λάμπει περισσότερο από τον ήλιο. Εγώ θα εξακολουθώ να ομολογώ,την Ανάσταση του Χριστού. Τότε οι σύνεδροι των Ιουδαίων αρχόντων πήγαν στον Πιλάτο και συκοφάντησαν το γενναίο αξιωματικό, ενώ παραμόνευαν τον κατάλληλο καιρό να εκδικηθούν. Ύστερα από καιρό, ο Λογγίνος νιώθοντας γύρω του μόνο μίσος, αποφάσισε ν’ αφήσει την υπηρεσία του και να φύγει μακριά από το εχθρικό περιβάλλον.
Η ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ: Αρχίζοντας, λοιπόν, καινούργια ζωή, ο Λογγίνος και οι άλλοι δυο στρατιώτες που τον ακολούθησαν, γνώρισαν τους Αποστόλους, βαπτίστηκαν απ' αυτούς και ύστερα από λίγο καιρό κατευθύνθηκαν στην Καππαδοκία. Εκεί, ο Εκατόνταρχος Λογγίνος, με τη βοήθεια των συντρόφων του, έγινε κήρυκας και απόστολος του Χριστού, φανερώνοντας το αναστάσιμο φως σε πολλούς. Αργότερα κατευθύνθηκε στα γενέθλια χώματά του, στο χωριό όπου είχε γεννηθεί. Και κει ζούσε ήσυχα, με νηστεία και προσευχή, παρηγορώντας όσους υποφέρανε και έχοντας στην καρδιά του το Σταυρό. Στο μεταξύ οι Φαρισαίοι στα Ιεροσόλυμα, μαθαίνοντας για το έργο του Λογγίνου στην Καππαδοκία, αγριεμένοι, πήγαν στον Πιλάτο και τον παρακάλεσαν, δωροδοκώντας τον, να στείλει μήνυμα στον Καίσαρα για να καταγγείλει το Λογγίνο, πως εγκατέλειψε το στρατιωτικό του αξίωμα κι έφυγε ταράσσοντας το λαό στη Καππαδοκία, κηρύττοντας άλλο βασιλιά. Κι ο Πιλάτος έστειλε στο Καίσαρα Τιβέριο γράμμα γεμάτο συκοφαντία για το Λογγίνο. Και μαζί με το γράμμα του Πιλάτου, στείλαν οι Ιουδαίοι και χρυσάφι στον Καίσαρα, εξαγοράζοντας έτσι το θάνατο του Εκατόνταρχου. Η απάντηση από τη Ρώμη δεν άργησε. Ο Καίσαρ διέταζε τη θανατική τιμωρία του “αποστατήσαντος” Λογγίνου. Ο Πιλάτος αμέσως έδωσε εντολή, ορίζοντας σε στρατιώτες του να εκτελέσουν τη διαταγή, αφού προηγουμένως βρουν το Λογγίνο αλλά και τους άλλους δυο στρατιώτες-κήρυκες της Ανάστασης, και να επιστρέψουν στα Ιεροσόλυμα με τα κεφάλια των τριών! Οι απεσταλμένοι, μαθαίνοντας πως βρισκόταν στο πατρικό χωριό του, πήραν βιαστικά το δρόμο του χωριού εκείνου. Και πορεύονταν αναζητώντας το Λογγίνο, ρωτώντας γι’ αυτόν σα να του φέρνανε τάχα μήνυμα χαρμόσυνο και τιμές.
ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Οι στρατιώτες αντάμωσαν τελικά το Λογγίνο στην άκρη του χωριού. Και κείνος, γεμάτος από Άγιο Πνεύμα, τους γνώρισε και κατάλαβε τι θέλαν. Τους καλωσόρισε, τους μίλησε με αγάπη και προσφέρθηκε να τους υπηρετήσει, ρωτώντας τους τι ζητάνε. Και 'κείνοι του είπαν: “Μπορείς να μας πεις μήπως ζει εδώ κάποιος Λογγίνος, που ήταν Εκατόνταρχος του ρωμαϊκού στρατού;” Κι εκείνος τους απάντησε ότι εκεί ζούσε, ρωτώντας τους τι τον θέλουν. Οι απεσταλμένοι απάντησαν πονηρά: “Έχουμε ακουστά πως είναι αγαθός άνθρωπος και επιθυμούμε να τον γνωρίσουμε, γιατί είμαστε στρατιώτες και αυτός ήταν Εκατόνταρχος.” Τότε ο Λογγίνος θαρραλέα τους είπε: “Παρακαλώ, περάστε από το σπίτι μου και ξαποστάστε. Ξέρω που ζει ο άνθρωπος που ζητάτε, θα τον ειδοποιήσω κι αυτός μονάχος θάρθει γιατί δεν είναι μακριά από δω.” Οι στρατιώτες ακολούθησαν το Λογγίνο στο σπίτι του, όπου τους παρέθεσε πλούσιο γεύμα. Οι στρατιώτες έφαγαν και ήπιαν ώσπου ήρθε η νύχτα.
Τότε, πάνω στην ευθυμία, αποφάσισαν να εμπιστευτούν στο Λογγίνο το μυστικό τους, σαν σε φίλο. “Μας στείλανε εδώ” , είπε ο ένας τους, “για να πάρουμε το κεφάλι του Λογγίνου και των δυο συντρόφων του. Έτσι αποφάσισε ο Καίσαρας της Ρώμης, κι ο Πιλάτος έστειλε εμάς, να εκτελέσουμε το πρόσταγμα. Κοίταξε μη το μάθει, για να μη μας φύγει, και γλιτώσει.” Κι ο Λογγίνος ψύχραιμα πρόσθεσε: “Έννοια σας. Ο Λογγίνος θα παρουσιασθεί μόνος του, και μαζί του θα βρεθούν και οι δυο σύντροφοί του.” Όταν οι λεγεωνάριοι αποκοιμήθηκαν, ο εκατόνταρχος έστειλε μήνυμα στους φίλους του να έρθουν στο σπίτι. Έπειτα γονάτισε και προσευχήθηκε. Πράος ετοιμαζόταν για το μαρτύριο. Με το ξημέρωμα σηκώθηκαν οι στρατιώτες και καθώς ετοιμάζονταν να φύγουνε, παρακάλεσαν το Λογγίνο να τους συνοδέψει και να τους δείξει τον άνθρωπο που ζητούσαν σύμφωνα με την υπόσχεσή του, Όμως εκείνος τους συνέστησε υπομονή και τους είπε να μην φύγουν γιατί σε λίγο θα εμφανιζόταν εκεί.
Όταν φάνηκαν να πλησιάζουν οι δυο άλλοι πιστοί “καταζητούμενοι”, ο Λογγίνος βγήκε από το σπίτι, τους καλωσόρισε αγκαλιάζοντάς τους. Τότε τους είπε τα καθέκαστα, προσθέτοντας : “Χαρείτε, δούλοι του Χριστού, και αδελφοί μου. Χαρείτε μαζί μου, γιατί πλησιάζει η ώρα που θα λευτερωθούμε από τα γήινα δεσμά μας. Σε λίγο θα βρεθούμε μπροστά στον Κύριο, που είδαμε να τον σταυρώνουν και ν’ ανασταίνεται στη δόξα του. Αυτοί που ήρθαν να μας σκοτώσουν είναι εδώ, ελάτε.” Ακούγοντας αυτά οι φίλοι του, χαρήκαν γιατί έφθασε γι' αυτούς η ώρα του μαρτυρικού στεφάνου.
Ακολούθησαν τον Λογγίνο μέσα στο σπίτι, όπου εκείνος είπε στους δημίους του: “Μπροστά σας βρίσκεται αυτός που ζητάτε με τους δυο συντρόφους του. Εγώ είμαι ο Λογγίνος και αυτοί είναι οι σύντροφοί μου”. Τότε ο ένας από τους απεσταλμένους είπε: “Αυτό το αστείο, καλέ μου άνθρωπε, δεν το πιστεύουμε. Οδήγησέ μας στον καταδικασμένο γιατί πρέπει να εκτελέσουμε τις εντολές.” Τότε ο Λογγίνος πρόσθεσε αποφασιστικά αλλά ήρεμα: “Εμείς είμαστε αυτοί που ζητάτε. Κάνετε όπως σας προστάξανε αυτοί που σας στείλαν.” Τους κοίταζαν οι στρατιώτες με μεγάλη απορία μη μπορώντας να πιστέψουν, ενώ ένιωθαν ντροπή και δίσταζαν να θανατώσουν αυτόν που τους είχε αδελφικά φιλοξενήσει. “Αγαπητοί μου”, επέμεινε ο εκατόνταρχος, “μην καθυστερείτε, γιατί μονάχα έτσι μπορείτε να μου ανταποδώσετε την αγάπη που σας έδειξα. Εκτελέστε γρήγορα το πρόσταγμα, γιατί πάει καιρός που θέλω ν’ αντικρύσω τον Κύριό μου!” Λέγοντας αυτά, ντύθηκε με άσπρα ρούχα της ταφής, έπειτα φώναξε γύρω του τους συγγενείς του, και δείχνοντας ένα βουναλάκι που το ισκιώναν φοινικιές είπε: “Εκεί, αγαπημένοι μου, να θάψετε το σώμα μου, πλάι στους εν Χριστώ συντρόφους μου. Σας χαιρετώ, κρατάτε στην ορθή πίστη και δώστε μου το στερνό ασπασμό.” Κι αφού αγκάλιασε όλους, γονάτισε πλάι στους φίλους του και έσκυψε το κεφάλι κάτω από το σπαθί. Με βαριά καρδιά οι στρατιώτες ξεπληρώσαν το πρόσταγμα και τον χτύπησαν. Έπειτα πήραν μαζί τους την κεφαλή του Αγίου Λογγίνου και των άλλων και τις φέραν στην Ιερουσαλήμ. Κι οι σπιτικοί, κλαίοντας, θάψαν τα λείψανα των μαρτύρων με τιμή κάτω από τα φοινικόδεντρα. Στην Ιερουσαλήμ ο Πιλάτος έστειλε την τίμια κεφαλή του μάρτυρα στους Ιουδαίους κι εκείνοι την πετάξαν έξω από την πόλη στα σκουπίδια.
Η ΕΥΡΕΣΗ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ: Εκείνα τα χρόνια κάποια χήρα από την Καππαδοκία, ονόματι Άννα, έτυχε να τυφλωθεί. Επισκέφθηκε πολλούς γιατρούς, στην Καισαρεία και αλλού, χωρίς να δει όφελος. Τότε σκέφτηκε να πάει στα Ιεροσόλυμα, να προσκυνήσει τα άγια μέρη και τον τάφο εκείνο, που γι’ αυτόν ο Λογγίνος, είχε μιλήσει κάποτε στα πλήθη της Καππαδοκίας, διδάσκοτας τους συμπατριώτες της την αλήθεια, και να ζητήσει το έλεος του Θεού. Πήρε λοιπόν το μοναχογιό της και ξεκίνησε κρατώντας τον από το χέρι, ως τα Ιεροσόλυμα. Όμως, φτάνοντας εκεί, ο γιος της χήρας έπεσε άρρωστος και σε λίγες μέρες πέθανε. Έκλαιγε η τυφλή γυναίκα, από τη μεγάλη της θλίψη, γιατί έχασε για δεύτερη φορά το φως των ματιών της. Κι έτσι, απαρηγόρητη, θρηνούσε ολομόναχη ανάμεσα στα τείχη της Ιερουσαλήμ. Κι όμως, στο σκοτάδι της δυστυχίας της, ξαφνικά της φανερώθηκε ο Άγιος Λογγίνος παρηγορώντας την μ' αυτά τα λόγια: “Χαροκαμένη μητέρα, μην κλαις, θα σου δείξω που βρίσκεται ο μοναχογιός σου, στη δόξα του Κυρίου, και θα ξαναβρείς το φως των ματίων σου. Θυμήσου όσα μίλησα κάποτε για το Χριστό το Σωτήρα μας, για τα Πάθη και την Ανάστασή του, που είδα με τα μάτια μου. Και μάθε, πως ο γιος σου βρίσκεται κοντά στον Ιησού. Και μάθε ακόμα, πως οι εχθροί της αλήθειας με αφάνισαν μαζί με τους δυο συντρόφους μου, και η κεφαλή μου είναι πεταμένη στα σκουπίδια, έξω από τα τείχη. Πήγαινε να τη βρεις. Κι όταν τη βρεις, τα μάτια σου θα δουν”. Η γυναίκα σηκώθηκε και, ταραγμένη μα με ελπίδα, ξεκίνησε κατά εκεί που έρχονταν ο θαλασσινός αέρας με τη μυρουδιά των σκουπιδιών. Και παρακαλούσε τους περαστικούς να τη βοηθήσουνε στο μέρος όπου ήταν τα σκουπίδια. Φτάνοντας εκεί, άρχισε να ψηλαφεί το μέρος αναγνωρίζοντάς το, κι άρχισε να ψάχνει με τα χέρια. Όταν ένιωσε στα δάχτυλα της εκείνο που ζητούσε, αμέσως σκόρπισε η καταχνιά, και στου ήλιου το φώς είδε την κεφαλή του γλυκόλαλου απόστολου της Καππαδοκίας. Με δάκρυα χαράς δόξασε τότε το Θεό και παίρνοντας στα χέρια την κεφαλή του Εκατόνταρχου, την ασπάστηκε και την έφερε στο σπίτι της. Εκεί την έπλυνε, την άλειψε με μύρο, κι ένιωθε μέσα της ουράνια χαρά. Την επομένη, η χήρα είδε πάλι τον Άγιο Λογγίνο λουσμένο στο φως, με ιμάτια λαμπρά και κρατώντας από το χέρι το μοναχογιό της, ντυμένο με γιορτινα του γάμου κι ο Άγιος τον αγκάλιασε και το παιδί χαμογέλασε ευτυχισμένο. «Βλέπεις, γυναίκα, είπε το όραμα, πού βρίσκεται ο γιος σου; Χαίρε, γιατί εδώ είναι η αιώνια βασιλεία. Σήκω. Βάλε την κεφαλή και το λείψανο του γιου σου στην ίδια κάσα και πήγαινε τα στο τόπο όπου κήρυξα το λόγο του Κυρίου». Βιαστικά σηκώθηκε η γυναίκα κι έκανε όπως της είπε ο Άγιος. Και παίρνοντας το κορμί του παιδιού της και την κεφαλή του Εκατόνταρχου, κατευθύνθηκε στην Καππαδοκία, και κει έθαψε τα λείψανα σε τόπο γαλήνης κι ανάπαυσης, κοντά στο φτωχικό της.__
Σήμερα, προς τιμήν του Αγίου Λογγίνου και μέσα στο κτιριακό συγκρότημα του Ναού της Αναστάσεως, όπου ο Ιερός Γολγοθάς και ο ζωηφόρος Πανάγιος Τάφος, υπάρχει, ακριβώς πίσω από το Ιερό του ναού των Ορθοδόξων, παρεκκλήσιο.
Το παρεκκλήσιο ανήκει στους Ορθοδόξους και μέσα σ' αυτό φυλάσσεται μέρος από τα κομμάτια του Γολγοθά, που κόπηκαν για την ανοικοδόμηση του Ναού της Αναστάσεως το έτος 1810 μ.Χ.
Ακόμη και οι στρατιώτες τρόμαξαν, ενώ ο εκατόνταρχος Λογγίνος ψιθύρισε περιδεής: «Αληθινά ο γιός του Θεού ήταν αυτός». Όταν λίγες ώρες αργότερα ενταφιάστηκε το σώμα του Κυρίου, ο Λογγίνος έλαβε διαταγή από τον Πιλάτο, να φρουρήσει με τους στρατιώτες του τον πανάγιο Τάφο. Κι όταν Άγγελος Κυρίου σήκωσε την πέτρα από τον Τάφο, οι στρατιώτες τυφλώθηκαν κ έπεσαν στη γη, ο εκατόνταρχος πίστεψε στον Κύριο. Μαζί πίστεψαν και δυο στρατιώτες του και αμέσως ομολόγησαν την αλήθεια και γίνανε κήρυκες της Ανάστασης Του.
Όταν έμαθαν τα καθέκαστα οι Αρχιερείς, τους φώναξαν ανακρίνοντάς τους. Τότε ο Λογγίνος είπε: “Τα μάτια μου είδαν το θαύμα και η ψυχή μου την αλήθεια”. Όμως εκείνοι εκούσια τυφλοί του ανταπάντησαν: “Αυτό που λες, είναι φαντασία σου. Οι μαθητές του Ναζωραίου Τον έκλεψαν από τον τάφο.” Τότε ο εκατόνταρχος κι οι δυο στρατιώτες δήλωσαν με παρρησία πως δεν κοιμήθηκαν ούτε στιγμή και δεν μπορούν να κρύψουν την αλήθεια της Ανάστασης. Οι Αρχιερείς τότε προσπάθησαν να τους δωροδοκήσουν. Κι ο Λογγίνος έδωσε την πιο ξεκάθαρη απάντηση: “Η αλήθεια είναι πιο δυνατή από τ’ ασήμι σας. Μάταιο κόπο κάνετε να σκοτεινιάσετε αυτό που λάμπει περισσότερο από τον ήλιο. Εγώ θα εξακολουθώ να ομολογώ,την Ανάσταση του Χριστού. Τότε οι σύνεδροι των Ιουδαίων αρχόντων πήγαν στον Πιλάτο και συκοφάντησαν το γενναίο αξιωματικό, ενώ παραμόνευαν τον κατάλληλο καιρό να εκδικηθούν. Ύστερα από καιρό, ο Λογγίνος νιώθοντας γύρω του μόνο μίσος, αποφάσισε ν’ αφήσει την υπηρεσία του και να φύγει μακριά από το εχθρικό περιβάλλον.
Η ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ: Αρχίζοντας, λοιπόν, καινούργια ζωή, ο Λογγίνος και οι άλλοι δυο στρατιώτες που τον ακολούθησαν, γνώρισαν τους Αποστόλους, βαπτίστηκαν απ' αυτούς και ύστερα από λίγο καιρό κατευθύνθηκαν στην Καππαδοκία. Εκεί, ο Εκατόνταρχος Λογγίνος, με τη βοήθεια των συντρόφων του, έγινε κήρυκας και απόστολος του Χριστού, φανερώνοντας το αναστάσιμο φως σε πολλούς. Αργότερα κατευθύνθηκε στα γενέθλια χώματά του, στο χωριό όπου είχε γεννηθεί. Και κει ζούσε ήσυχα, με νηστεία και προσευχή, παρηγορώντας όσους υποφέρανε και έχοντας στην καρδιά του το Σταυρό. Στο μεταξύ οι Φαρισαίοι στα Ιεροσόλυμα, μαθαίνοντας για το έργο του Λογγίνου στην Καππαδοκία, αγριεμένοι, πήγαν στον Πιλάτο και τον παρακάλεσαν, δωροδοκώντας τον, να στείλει μήνυμα στον Καίσαρα για να καταγγείλει το Λογγίνο, πως εγκατέλειψε το στρατιωτικό του αξίωμα κι έφυγε ταράσσοντας το λαό στη Καππαδοκία, κηρύττοντας άλλο βασιλιά. Κι ο Πιλάτος έστειλε στο Καίσαρα Τιβέριο γράμμα γεμάτο συκοφαντία για το Λογγίνο. Και μαζί με το γράμμα του Πιλάτου, στείλαν οι Ιουδαίοι και χρυσάφι στον Καίσαρα, εξαγοράζοντας έτσι το θάνατο του Εκατόνταρχου. Η απάντηση από τη Ρώμη δεν άργησε. Ο Καίσαρ διέταζε τη θανατική τιμωρία του “αποστατήσαντος” Λογγίνου. Ο Πιλάτος αμέσως έδωσε εντολή, ορίζοντας σε στρατιώτες του να εκτελέσουν τη διαταγή, αφού προηγουμένως βρουν το Λογγίνο αλλά και τους άλλους δυο στρατιώτες-κήρυκες της Ανάστασης, και να επιστρέψουν στα Ιεροσόλυμα με τα κεφάλια των τριών! Οι απεσταλμένοι, μαθαίνοντας πως βρισκόταν στο πατρικό χωριό του, πήραν βιαστικά το δρόμο του χωριού εκείνου. Και πορεύονταν αναζητώντας το Λογγίνο, ρωτώντας γι’ αυτόν σα να του φέρνανε τάχα μήνυμα χαρμόσυνο και τιμές.
ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Οι στρατιώτες αντάμωσαν τελικά το Λογγίνο στην άκρη του χωριού. Και κείνος, γεμάτος από Άγιο Πνεύμα, τους γνώρισε και κατάλαβε τι θέλαν. Τους καλωσόρισε, τους μίλησε με αγάπη και προσφέρθηκε να τους υπηρετήσει, ρωτώντας τους τι ζητάνε. Και 'κείνοι του είπαν: “Μπορείς να μας πεις μήπως ζει εδώ κάποιος Λογγίνος, που ήταν Εκατόνταρχος του ρωμαϊκού στρατού;” Κι εκείνος τους απάντησε ότι εκεί ζούσε, ρωτώντας τους τι τον θέλουν. Οι απεσταλμένοι απάντησαν πονηρά: “Έχουμε ακουστά πως είναι αγαθός άνθρωπος και επιθυμούμε να τον γνωρίσουμε, γιατί είμαστε στρατιώτες και αυτός ήταν Εκατόνταρχος.” Τότε ο Λογγίνος θαρραλέα τους είπε: “Παρακαλώ, περάστε από το σπίτι μου και ξαποστάστε. Ξέρω που ζει ο άνθρωπος που ζητάτε, θα τον ειδοποιήσω κι αυτός μονάχος θάρθει γιατί δεν είναι μακριά από δω.” Οι στρατιώτες ακολούθησαν το Λογγίνο στο σπίτι του, όπου τους παρέθεσε πλούσιο γεύμα. Οι στρατιώτες έφαγαν και ήπιαν ώσπου ήρθε η νύχτα.
Τότε, πάνω στην ευθυμία, αποφάσισαν να εμπιστευτούν στο Λογγίνο το μυστικό τους, σαν σε φίλο. “Μας στείλανε εδώ” , είπε ο ένας τους, “για να πάρουμε το κεφάλι του Λογγίνου και των δυο συντρόφων του. Έτσι αποφάσισε ο Καίσαρας της Ρώμης, κι ο Πιλάτος έστειλε εμάς, να εκτελέσουμε το πρόσταγμα. Κοίταξε μη το μάθει, για να μη μας φύγει, και γλιτώσει.” Κι ο Λογγίνος ψύχραιμα πρόσθεσε: “Έννοια σας. Ο Λογγίνος θα παρουσιασθεί μόνος του, και μαζί του θα βρεθούν και οι δυο σύντροφοί του.” Όταν οι λεγεωνάριοι αποκοιμήθηκαν, ο εκατόνταρχος έστειλε μήνυμα στους φίλους του να έρθουν στο σπίτι. Έπειτα γονάτισε και προσευχήθηκε. Πράος ετοιμαζόταν για το μαρτύριο. Με το ξημέρωμα σηκώθηκαν οι στρατιώτες και καθώς ετοιμάζονταν να φύγουνε, παρακάλεσαν το Λογγίνο να τους συνοδέψει και να τους δείξει τον άνθρωπο που ζητούσαν σύμφωνα με την υπόσχεσή του, Όμως εκείνος τους συνέστησε υπομονή και τους είπε να μην φύγουν γιατί σε λίγο θα εμφανιζόταν εκεί.
Όταν φάνηκαν να πλησιάζουν οι δυο άλλοι πιστοί “καταζητούμενοι”, ο Λογγίνος βγήκε από το σπίτι, τους καλωσόρισε αγκαλιάζοντάς τους. Τότε τους είπε τα καθέκαστα, προσθέτοντας : “Χαρείτε, δούλοι του Χριστού, και αδελφοί μου. Χαρείτε μαζί μου, γιατί πλησιάζει η ώρα που θα λευτερωθούμε από τα γήινα δεσμά μας. Σε λίγο θα βρεθούμε μπροστά στον Κύριο, που είδαμε να τον σταυρώνουν και ν’ ανασταίνεται στη δόξα του. Αυτοί που ήρθαν να μας σκοτώσουν είναι εδώ, ελάτε.” Ακούγοντας αυτά οι φίλοι του, χαρήκαν γιατί έφθασε γι' αυτούς η ώρα του μαρτυρικού στεφάνου.
Ακολούθησαν τον Λογγίνο μέσα στο σπίτι, όπου εκείνος είπε στους δημίους του: “Μπροστά σας βρίσκεται αυτός που ζητάτε με τους δυο συντρόφους του. Εγώ είμαι ο Λογγίνος και αυτοί είναι οι σύντροφοί μου”. Τότε ο ένας από τους απεσταλμένους είπε: “Αυτό το αστείο, καλέ μου άνθρωπε, δεν το πιστεύουμε. Οδήγησέ μας στον καταδικασμένο γιατί πρέπει να εκτελέσουμε τις εντολές.” Τότε ο Λογγίνος πρόσθεσε αποφασιστικά αλλά ήρεμα: “Εμείς είμαστε αυτοί που ζητάτε. Κάνετε όπως σας προστάξανε αυτοί που σας στείλαν.” Τους κοίταζαν οι στρατιώτες με μεγάλη απορία μη μπορώντας να πιστέψουν, ενώ ένιωθαν ντροπή και δίσταζαν να θανατώσουν αυτόν που τους είχε αδελφικά φιλοξενήσει. “Αγαπητοί μου”, επέμεινε ο εκατόνταρχος, “μην καθυστερείτε, γιατί μονάχα έτσι μπορείτε να μου ανταποδώσετε την αγάπη που σας έδειξα. Εκτελέστε γρήγορα το πρόσταγμα, γιατί πάει καιρός που θέλω ν’ αντικρύσω τον Κύριό μου!” Λέγοντας αυτά, ντύθηκε με άσπρα ρούχα της ταφής, έπειτα φώναξε γύρω του τους συγγενείς του, και δείχνοντας ένα βουναλάκι που το ισκιώναν φοινικιές είπε: “Εκεί, αγαπημένοι μου, να θάψετε το σώμα μου, πλάι στους εν Χριστώ συντρόφους μου. Σας χαιρετώ, κρατάτε στην ορθή πίστη και δώστε μου το στερνό ασπασμό.” Κι αφού αγκάλιασε όλους, γονάτισε πλάι στους φίλους του και έσκυψε το κεφάλι κάτω από το σπαθί. Με βαριά καρδιά οι στρατιώτες ξεπληρώσαν το πρόσταγμα και τον χτύπησαν. Έπειτα πήραν μαζί τους την κεφαλή του Αγίου Λογγίνου και των άλλων και τις φέραν στην Ιερουσαλήμ. Κι οι σπιτικοί, κλαίοντας, θάψαν τα λείψανα των μαρτύρων με τιμή κάτω από τα φοινικόδεντρα. Στην Ιερουσαλήμ ο Πιλάτος έστειλε την τίμια κεφαλή του μάρτυρα στους Ιουδαίους κι εκείνοι την πετάξαν έξω από την πόλη στα σκουπίδια.
Η ΕΥΡΕΣΗ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ: Εκείνα τα χρόνια κάποια χήρα από την Καππαδοκία, ονόματι Άννα, έτυχε να τυφλωθεί. Επισκέφθηκε πολλούς γιατρούς, στην Καισαρεία και αλλού, χωρίς να δει όφελος. Τότε σκέφτηκε να πάει στα Ιεροσόλυμα, να προσκυνήσει τα άγια μέρη και τον τάφο εκείνο, που γι’ αυτόν ο Λογγίνος, είχε μιλήσει κάποτε στα πλήθη της Καππαδοκίας, διδάσκοτας τους συμπατριώτες της την αλήθεια, και να ζητήσει το έλεος του Θεού. Πήρε λοιπόν το μοναχογιό της και ξεκίνησε κρατώντας τον από το χέρι, ως τα Ιεροσόλυμα. Όμως, φτάνοντας εκεί, ο γιος της χήρας έπεσε άρρωστος και σε λίγες μέρες πέθανε. Έκλαιγε η τυφλή γυναίκα, από τη μεγάλη της θλίψη, γιατί έχασε για δεύτερη φορά το φως των ματιών της. Κι έτσι, απαρηγόρητη, θρηνούσε ολομόναχη ανάμεσα στα τείχη της Ιερουσαλήμ. Κι όμως, στο σκοτάδι της δυστυχίας της, ξαφνικά της φανερώθηκε ο Άγιος Λογγίνος παρηγορώντας την μ' αυτά τα λόγια: “Χαροκαμένη μητέρα, μην κλαις, θα σου δείξω που βρίσκεται ο μοναχογιός σου, στη δόξα του Κυρίου, και θα ξαναβρείς το φως των ματίων σου. Θυμήσου όσα μίλησα κάποτε για το Χριστό το Σωτήρα μας, για τα Πάθη και την Ανάστασή του, που είδα με τα μάτια μου. Και μάθε, πως ο γιος σου βρίσκεται κοντά στον Ιησού. Και μάθε ακόμα, πως οι εχθροί της αλήθειας με αφάνισαν μαζί με τους δυο συντρόφους μου, και η κεφαλή μου είναι πεταμένη στα σκουπίδια, έξω από τα τείχη. Πήγαινε να τη βρεις. Κι όταν τη βρεις, τα μάτια σου θα δουν”. Η γυναίκα σηκώθηκε και, ταραγμένη μα με ελπίδα, ξεκίνησε κατά εκεί που έρχονταν ο θαλασσινός αέρας με τη μυρουδιά των σκουπιδιών. Και παρακαλούσε τους περαστικούς να τη βοηθήσουνε στο μέρος όπου ήταν τα σκουπίδια. Φτάνοντας εκεί, άρχισε να ψηλαφεί το μέρος αναγνωρίζοντάς το, κι άρχισε να ψάχνει με τα χέρια. Όταν ένιωσε στα δάχτυλα της εκείνο που ζητούσε, αμέσως σκόρπισε η καταχνιά, και στου ήλιου το φώς είδε την κεφαλή του γλυκόλαλου απόστολου της Καππαδοκίας. Με δάκρυα χαράς δόξασε τότε το Θεό και παίρνοντας στα χέρια την κεφαλή του Εκατόνταρχου, την ασπάστηκε και την έφερε στο σπίτι της. Εκεί την έπλυνε, την άλειψε με μύρο, κι ένιωθε μέσα της ουράνια χαρά. Την επομένη, η χήρα είδε πάλι τον Άγιο Λογγίνο λουσμένο στο φως, με ιμάτια λαμπρά και κρατώντας από το χέρι το μοναχογιό της, ντυμένο με γιορτινα του γάμου κι ο Άγιος τον αγκάλιασε και το παιδί χαμογέλασε ευτυχισμένο. «Βλέπεις, γυναίκα, είπε το όραμα, πού βρίσκεται ο γιος σου; Χαίρε, γιατί εδώ είναι η αιώνια βασιλεία. Σήκω. Βάλε την κεφαλή και το λείψανο του γιου σου στην ίδια κάσα και πήγαινε τα στο τόπο όπου κήρυξα το λόγο του Κυρίου». Βιαστικά σηκώθηκε η γυναίκα κι έκανε όπως της είπε ο Άγιος. Και παίρνοντας το κορμί του παιδιού της και την κεφαλή του Εκατόνταρχου, κατευθύνθηκε στην Καππαδοκία, και κει έθαψε τα λείψανα σε τόπο γαλήνης κι ανάπαυσης, κοντά στο φτωχικό της.__
Σήμερα, προς τιμήν του Αγίου Λογγίνου και μέσα στο κτιριακό συγκρότημα του Ναού της Αναστάσεως, όπου ο Ιερός Γολγοθάς και ο ζωηφόρος Πανάγιος Τάφος, υπάρχει, ακριβώς πίσω από το Ιερό του ναού των Ορθοδόξων, παρεκκλήσιο.
Το παρεκκλήσιο ανήκει στους Ορθοδόξους και μέσα σ' αυτό φυλάσσεται μέρος από τα κομμάτια του Γολγοθά, που κόπηκαν για την ανοικοδόμηση του Ναού της Αναστάσεως το έτος 1810 μ.Χ.
Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012
Αγιος Κυπριανός και Αγία Ιουστίνη
Γιορτάζουμε σήμερα 2 Οκτωβρίου, ημέρα μνήμης των Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης.
Ο Άγιος Κυπριανός ήταν πλούσιος, ευγενής, φιλόσοφος από την Καρχηδόνα της Λιβύης. Έζησε στα χρόνια του Δεκίου (249 - 251 μ.Χ.) και εξασκούσε τη μαγική τέχνη στην Αντιόχεια.
Κάποτε ένας ειδωλολάτρης ονόματι Αγλαΐδας ερωτεύτηκε μια Χριστιανή παρθένο που ονομαζόταν Ιούστα. Η κοπέλα δεν ανταποκρινόταν στον έρωτά του κι εκείνος κατέφυγε στο διάσημο μάγο Κυπριανό. Όλα όμως τα μαγικά τεχνάσματα του Κυπριανού αποδείχθηκαν ανώφελα μπροστά στην σταθερή άρνηση της Χριστιανής κόρης. Παραδεχόμενος την χρεωκοπία της τέχνης του, έκαψε τα μαγικά του βιβλία ενώπιον του Επισκόπου Ανθίμου, ζητώντας να βαπτισθεί και να γίνει ιερεύς.
Πράγματι, ανήλθε όλες τις ιερατικές βαθμίδες και τέλος εξελέγη Επίσκοπος Καρχηδόνος. Μαζί του παρέλαβε και την Ιούστα, την οποία χειροτόνησε διακόνισσα μετονομάζοντάς την Ιουστίνα. Έδειξε αποστολικό ζήλο και γι αυτό το διέβαλαν στον Δέκιο. Εξορίσθηκε στην Αντιόχεια, όπου και φυλακίσθηκε και αργότερα στη Νικομηδεία, όπου ο Κλαύδιος τον αποκεφάλισε μαζί με την Ιουστίνα.
Τα λείψανά τους τα παρέλαβαν ευλαβείς Χριστιανοί και τα μετέφεραν στην Ρώμη, όπου και τα έθαψαν στον επισημότερο λόφο της πόλεως.
Απολυτίκιο:
Ήχος γ'. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, τη φωταυγεία, σκότος έλιπες, της ασεβείας, και φωστήρ της αληθείας γεγένησαι ποιμαντικώς γαρ φαιδρύνας τον βίον σου, Κυπριανέ τη αθλήσει δεδόξασαι. Πάτερ Όσιε, τον Κτίστην ημίν ιλέωσαι, ομού συν Ιουστίνη τη Θεόφρονι.
Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2012
ΑΓΙΑ ΑΔΑΜΑΝΤΙΝΗ - ΤΩΝ 40 ΠΑΡΘΕΝΩΝ
Η Αγία Αδαμαντίνη έζησε την εποχή των διωγμών, κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, στην Αδριανούπολη της Θράκης. Ήταν σε πολύ νεαρή ηλικία όταν αυτή, οι άλλες 39 νεαρές συνασκήτριές της και ο διδάσκαλός τους Αμμούν ο διάκονος
συνελήφθησαν από τον ηγεμόνα Βάβδο και οδηγήθηκαν στο βασιλιά της
Θράκης Λικίνιο με την εντολή να θυσιάσουν στα είδωλα. Η Αγία, μαζί με
τις συνασκήτριες και το διδάσκαλό τους, αρνήθηκε και έτσι ο βασιλιάς
επεφύλαξε σε όλους μαρτυρικό θάνατο. Η Αγία Αδαμαντίνη μαρτύρησε στην
πυρά, το έτος 305 μ.Χ
ΑΓΙΕΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ ΠΑΡΘΕΝΕΣ
Άγιοι που εορτάζουν: Αγιος Αμμουν Ο Διδασκαλος, Αγια Αδαμαντινη , Αγια Καλλιροη , Αγια Χαρικλεια , Αγια Πηνελοπη , Αγια Κλειω , Αγια Θαλεια , Αγια Μαριανθη , Αγια Ευτερπη , Αγια Τερψιχορη , Αγια Ουρανια , Αγια Κλεονικη , Αγια Σαπφω , Αγια Ερατω , Αγια Πολυμνια , Αγια Δωδωνη , Αγια Αθηνα , Αγια Τρωαδα , Αγια Κλεοπατρα , Αγια Κοραλια , Αγια Καλλιστη , Αγια Θεονοη , Αγια Θεανω , Αγια Ασπασια , Αγια Πολυνικη , Αγια Διονη , Αγια Θεοφανη , Αγια Ερασμια , Αγια Ερμηνεια , Αγια Αφροδιτη , Αγια Μαργαριτα , Αγια Αντιγονη , Αγια Πανδωρα , Αγια Χαϊδω , Αγια Λαμπρω , Αγια Μοσχω , Αγια Αρηβοϊα , Αγια Θεονυμφη , Αγια Ακριβη , Αγια Μελπομενη , Αγια Ελπινικη
Οι Άγιες αυτές γυναίκες έζησαν την εποχή του βασιλέως Λικινίου στην Αδριανούπολη της Θράκης. Ο ηγεμών της περιοχής Βάβδος (περί το 305 μ.Χ.) τις συνέλαβε ως χριστιανές και τις προέτρεπε να προσκυνήσουν τα είδωλα. Η Κελσίνα, μία εξ αυτών και η πρώτη της πόλεως, μετά τη θαρραλέα ομολογία της πίστεώς της τις εσύναξε όλες στην οικία της μαζί με τον διδάσκαλό τους, διάκονο Άγιο Αμμούν, για να ενισχυθούν προς το μαρτύριο. Ο Αμμούν πήρε το χαρτί με τα ονόματά τους και τα διάβασε δυνατά ένα-ένα. Ύστερα είπε: «Αγωνισθήτε υπέρ του Χριστού δια του μαρτυρίου, διότι έτσι θα καθίσει και ο Δεσπότης Χριστός στην πύλη της ουρανίου βασιλείας και θα σας προσκαλεί μία-μία κατ’ όνομα, για να σας αποδώσει τον στέφανο της αιωνίου ζωής».
Όταν και πάλι τις ανέκρινε ο ηγεμών, ομολόγησαν όλες σταθερά την πίστη τους. Με την προσευχή τους συνέτριψαν τα είδωλα και ο ιερεύς των ειδώλων ανυψώθηκε στον αέρα, μέχρις ότου, βασανιζόμενος από πύρινους αγγέλους, έπεσε νεκρός στη γη. Τότε ο Βάβδος πρόσταξε να κρεμάσουν τον Άγιο Αμμούν, να του ξύσουν τις πλευρές, να κάψουν τις πληγές του με αναμμένες λαμπάδες και να του φορέσουν στο κεφάλι χάλκινη πυρακτωμένη περικεφαλαία.
Επειδή ο Άγιος διαφυλάχθηκε αβλαβής από τα μαρτύρια, οδηγήθηκε μαζί με τις μαθήτριές του από τη Βερόη (σημερινή Στάρα Ζαγορά της Βουλγαρίας) στην Ηράκλεια, στον βασιλέα Λικίνιο. Καθ’ οδόν εμφανίσθηκε ο Κύριος και τους ενεθάρρυνε. Φθάνοντας στην πόλη πήγαν στον τόπο, όπου είχαν κατατεθεί τα τίμια λείψανα της Αγίας μάρτυρος Γλυκερίας (βλέπε 13 Μαΐου). Ενώ διανυκτέρευαν εκεί προσευχόμενες, παρουσιάσθηκε η Αγία λέγοντας: «Καλώς ήλθατε, άγιες δούλες του Θεού! Προ πολλού περίμενα την λαμπρή εν Χριστώ συνοδεία σας, για να χορεύσωμε στεφανωμένες όλες μαζί με τους αγίους αγγέλους στην βασιλεία του Χριστού, τον οποίο μέχρις αίματος ομολογήσαμε».
Στην Ηράκλεια τους έριξαν στα θηρία. Οι άγιες γυναίκες μαζί με τον διδάσκαλό τους προσευχήθηκαν όρθιες με υψωμένα τα χέρια, τα δε θηρία κατελήφθησαν από ύπνο και δεν τους άγγιξαν. Την ώρα που οι στρατιώτες άναβαν φωτιά για να τις ρίξουν μέσα, προφήτευσαν στον ασεβή Λικίνιο την επικράτηση του Μεγάλου Κωνσταντίνου, τη νίκη του χριστιανισμού και την κατάργηση της ειδωλολατρίας. Κατόπιν σφραγίσθηκαν με το σημείο του σταυρού και δέκα από αυτές πήδησαν αγαλλόμενες μέσα στις φλόγες υμνώντας τον Θεό, ο οποίος εδρόσισε το πυρ. Έτσι, αυτές μεν ετελειώθησαν εν ειρήνη στην πυρά, οκτώ δε αποκεφαλίστηκαν μαζί με τον διδάσκαλό τους Αμμούν. Από τις υπόλοιπες οι δήμιοι άλλες κατέσφαξαν και σε άλλες έβαλαν στο στόμα πυρακτωμένα σίδερα.
Τα ονόματά τους έχουν διασωθεί στο αρχαίο Μαρτύριόν τους (Bibliotheca Hagiographica Graeca 2280-2281) και είναι: Λαυρεντία η διάκονος, Κελσίνα, Θεοκτίστη (η Θεόκλεια), Δωροθέα, Ευτυχιανή, Θέκλα, Αρισταινέτη, Φιλαδέλφη, Μαρία, Βερονίκη, Ευλαλία (η Ευθυμία), Λαμπροτάτη, Ευφημία, Θεοδώρα, Θεοδότη, Τετεσία, Ακυλίνα, Θεοδούλη, Απλοδώρα, Λαμπαδία, Προκοπία, Παύλα, Ιουλιάνα, Αμπλιανή, Περσίς, Πολυνίκη, Μαύρα, Γρηγορία, Κυρία (η Κυριαίνη), Βάσσα, Καλλινίκη, Βαρβάρα, Κυριακή, Αγαθονίκη, Ιούστα, Ειρήνη, Ματρώνα (η Αγαθονίκη), Τιμοθέα, Τατιανή, Άννα (η Ανθούσα).
Ωστόσο, στην ασματική Ακολουθία και σε νεότερους Συναξαριστές απαντούν τα εξής ονόματα: Αδαμαντίνη, Αθηνά, Ακριβή, Αντιγόνη, Αριβοία, Ασπασία, Αφροδίτη, Διόνη, Δωδώνη, Ελπινίκη, Ερασμία, Ερατώ, Ερμηνεία, Ευτέρπη, Θάλεια, Θεανώ, Θεανόη, Θεόνυμφη, Θεοφάνη, Καλλιρρόη, Καλλίστη, Κλειώ, Κλεονίκη, Κλεοπάτρα, Κοραλλία, Λάμπρω, Μαργαρίτα, Μαριάνθη, Μελπομένη, Μόσχω, Ουρανία, Πανδώρα, Πηνελόπη, Πολύμνια, Πολυνίκη, Σαπφώ, Τερψιχόρη, Τρωάς, Χάϊδω και Χαρίκλεια (βλ. Πρωτ. Κων/νου Πλατανιτου, Εορτολόγιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Αποστολική Διακονία, εκδ. Δ , 1997, σελ. 23 υποσ.).
Οι Άγιες αυτές γυναίκες έζησαν την εποχή του βασιλέως Λικινίου στην Αδριανούπολη της Θράκης. Ο ηγεμών της περιοχής Βάβδος (περί το 305 μ.Χ.) τις συνέλαβε ως χριστιανές και τις προέτρεπε να προσκυνήσουν τα είδωλα. Η Κελσίνα, μία εξ αυτών και η πρώτη της πόλεως, μετά τη θαρραλέα ομολογία της πίστεώς της τις εσύναξε όλες στην οικία της μαζί με τον διδάσκαλό τους, διάκονο Άγιο Αμμούν, για να ενισχυθούν προς το μαρτύριο. Ο Αμμούν πήρε το χαρτί με τα ονόματά τους και τα διάβασε δυνατά ένα-ένα. Ύστερα είπε: «Αγωνισθήτε υπέρ του Χριστού δια του μαρτυρίου, διότι έτσι θα καθίσει και ο Δεσπότης Χριστός στην πύλη της ουρανίου βασιλείας και θα σας προσκαλεί μία-μία κατ’ όνομα, για να σας αποδώσει τον στέφανο της αιωνίου ζωής».
Όταν και πάλι τις ανέκρινε ο ηγεμών, ομολόγησαν όλες σταθερά την πίστη τους. Με την προσευχή τους συνέτριψαν τα είδωλα και ο ιερεύς των ειδώλων ανυψώθηκε στον αέρα, μέχρις ότου, βασανιζόμενος από πύρινους αγγέλους, έπεσε νεκρός στη γη. Τότε ο Βάβδος πρόσταξε να κρεμάσουν τον Άγιο Αμμούν, να του ξύσουν τις πλευρές, να κάψουν τις πληγές του με αναμμένες λαμπάδες και να του φορέσουν στο κεφάλι χάλκινη πυρακτωμένη περικεφαλαία.
Επειδή ο Άγιος διαφυλάχθηκε αβλαβής από τα μαρτύρια, οδηγήθηκε μαζί με τις μαθήτριές του από τη Βερόη (σημερινή Στάρα Ζαγορά της Βουλγαρίας) στην Ηράκλεια, στον βασιλέα Λικίνιο. Καθ’ οδόν εμφανίσθηκε ο Κύριος και τους ενεθάρρυνε. Φθάνοντας στην πόλη πήγαν στον τόπο, όπου είχαν κατατεθεί τα τίμια λείψανα της Αγίας μάρτυρος Γλυκερίας (βλέπε 13 Μαΐου). Ενώ διανυκτέρευαν εκεί προσευχόμενες, παρουσιάσθηκε η Αγία λέγοντας: «Καλώς ήλθατε, άγιες δούλες του Θεού! Προ πολλού περίμενα την λαμπρή εν Χριστώ συνοδεία σας, για να χορεύσωμε στεφανωμένες όλες μαζί με τους αγίους αγγέλους στην βασιλεία του Χριστού, τον οποίο μέχρις αίματος ομολογήσαμε».
Στην Ηράκλεια τους έριξαν στα θηρία. Οι άγιες γυναίκες μαζί με τον διδάσκαλό τους προσευχήθηκαν όρθιες με υψωμένα τα χέρια, τα δε θηρία κατελήφθησαν από ύπνο και δεν τους άγγιξαν. Την ώρα που οι στρατιώτες άναβαν φωτιά για να τις ρίξουν μέσα, προφήτευσαν στον ασεβή Λικίνιο την επικράτηση του Μεγάλου Κωνσταντίνου, τη νίκη του χριστιανισμού και την κατάργηση της ειδωλολατρίας. Κατόπιν σφραγίσθηκαν με το σημείο του σταυρού και δέκα από αυτές πήδησαν αγαλλόμενες μέσα στις φλόγες υμνώντας τον Θεό, ο οποίος εδρόσισε το πυρ. Έτσι, αυτές μεν ετελειώθησαν εν ειρήνη στην πυρά, οκτώ δε αποκεφαλίστηκαν μαζί με τον διδάσκαλό τους Αμμούν. Από τις υπόλοιπες οι δήμιοι άλλες κατέσφαξαν και σε άλλες έβαλαν στο στόμα πυρακτωμένα σίδερα.
Τα ονόματά τους έχουν διασωθεί στο αρχαίο Μαρτύριόν τους (Bibliotheca Hagiographica Graeca 2280-2281) και είναι: Λαυρεντία η διάκονος, Κελσίνα, Θεοκτίστη (η Θεόκλεια), Δωροθέα, Ευτυχιανή, Θέκλα, Αρισταινέτη, Φιλαδέλφη, Μαρία, Βερονίκη, Ευλαλία (η Ευθυμία), Λαμπροτάτη, Ευφημία, Θεοδώρα, Θεοδότη, Τετεσία, Ακυλίνα, Θεοδούλη, Απλοδώρα, Λαμπαδία, Προκοπία, Παύλα, Ιουλιάνα, Αμπλιανή, Περσίς, Πολυνίκη, Μαύρα, Γρηγορία, Κυρία (η Κυριαίνη), Βάσσα, Καλλινίκη, Βαρβάρα, Κυριακή, Αγαθονίκη, Ιούστα, Ειρήνη, Ματρώνα (η Αγαθονίκη), Τιμοθέα, Τατιανή, Άννα (η Ανθούσα).
Ωστόσο, στην ασματική Ακολουθία και σε νεότερους Συναξαριστές απαντούν τα εξής ονόματα: Αδαμαντίνη, Αθηνά, Ακριβή, Αντιγόνη, Αριβοία, Ασπασία, Αφροδίτη, Διόνη, Δωδώνη, Ελπινίκη, Ερασμία, Ερατώ, Ερμηνεία, Ευτέρπη, Θάλεια, Θεανώ, Θεανόη, Θεόνυμφη, Θεοφάνη, Καλλιρρόη, Καλλίστη, Κλειώ, Κλεονίκη, Κλεοπάτρα, Κοραλλία, Λάμπρω, Μαργαρίτα, Μαριάνθη, Μελπομένη, Μόσχω, Ουρανία, Πανδώρα, Πηνελόπη, Πολύμνια, Πολυνίκη, Σαπφώ, Τερψιχόρη, Τρωάς, Χάϊδω και Χαρίκλεια (βλ. Πρωτ. Κων/νου Πλατανιτου, Εορτολόγιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Αποστολική Διακονία, εκδ. Δ , 1997, σελ. 23 υποσ.).
Τετάρτη 15 Αυγούστου 2012
Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Γιορτάζουμε σήμερα 15 Αυγούστου, ημέρα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου:
Όπως είναι γνωστό, επάνω από το Σταυρό ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, έδωσε εντολή και την Παναγία μητέρα του παρέλαβε ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής στο σπίτι του, όπου διέμενε μα
Όπως είναι γνωστό, επάνω από το Σταυρό ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, έδωσε εντολή και την Παναγία μητέρα του παρέλαβε ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής στο σπίτι του, όπου διέμενε μα
ζί με τον αδελφό του Ιάκωβο και τη μητέρα του Σαλώμη, συγγενή της Θεοτόκου.
Όταν δε ήλθε η στιγμή να τελειώσει την επίγεια ζωή της, άγγελος Κυρίου (η παράδοση λέει ότι ήταν ο Aρχάγγελος Γαβριήλ) της το έκανε γνωστό τρεις μέρες πριν.
Η χαρά της Θεοτόκου υπήρξε μεγάλη, διότι θα συναντούσε το μονογενή της Υιό και Θεό όλων των ανθρώπων. Πήγε, λοιπόν, και προσευχήθηκε στο όρος των Ελαίων, όπου συνήθιζε να προσεύχεται και ο Κύριος Ιησούς. Έπειτα, γύρισε στο σπίτι του Ιωάννη, όπου έκανε γνωστή την επικείμενη κοίμηση της.
Η παράδοση αναφέρει ότι την τρίτη ήμερα από την εμφάνιση του αγγέλου, λίγο πριν κοιμηθεί η Θεοτόκος, οι Απόστολοι δεν ήταν όλοι στα Ιεροσόλυμα, αλλά σε μακρινούς τόπους όπου κήρυτταν το Ευαγγέλιο. Τότε, ξαφνικά νεφέλη τους άρπαξε και τους έφερε όλους μπροστά στο κρεβάτι, όπου ήταν ξαπλωμένη η Θεοτόκος και περίμενε την κοίμηση της. Mαζί δε με τους Aποστόλους ήλθε και ο Aρεοπαγίτης Διονύσιος, ο Άγιος Iερόθεος ο διδάσκαλος του Διονυσίου, ο Aπόστολος Tιμόθεος, και οι λοιποί θεόσοφοι Iεράρχες.
Όταν εκοιμήθη, με ψαλμούς και ύμνους την τοποθέτησαν στο μνήμα της Γεσθημανή. Eπειδή, κατά θείαν οικονομίαν, ένας από τους Aποστόλους (ο Θωμάς όπως λέει η παράδοση) δεν ήταν παρών στην κηδεία της Θεομήτορος, ζήτησε να ανοιχτεί ο τάφος ώστε να προσκυνήσει και αυτός το Σώμα της Θεοτόκου.
Έτσι, μετά από τρεις ήμερες, άνοιξαν τον τάφο και έκπληκτοι διαπίστωσαν ότι η Παναγία αναστήθηκε σωματικά και ανελήφθη στους ουρανούς. Και βέβαια, όλη η ανθρωπότητα, με ευγνωμοσύνη για τις πρεσβείες της στο Σωτήρα Χριστό, αναφωνεί: «Χαίρε, ώ Μήτερ τής ζωής».
Όταν δε ήλθε η στιγμή να τελειώσει την επίγεια ζωή της, άγγελος Κυρίου (η παράδοση λέει ότι ήταν ο Aρχάγγελος Γαβριήλ) της το έκανε γνωστό τρεις μέρες πριν.
Η χαρά της Θεοτόκου υπήρξε μεγάλη, διότι θα συναντούσε το μονογενή της Υιό και Θεό όλων των ανθρώπων. Πήγε, λοιπόν, και προσευχήθηκε στο όρος των Ελαίων, όπου συνήθιζε να προσεύχεται και ο Κύριος Ιησούς. Έπειτα, γύρισε στο σπίτι του Ιωάννη, όπου έκανε γνωστή την επικείμενη κοίμηση της.
Η παράδοση αναφέρει ότι την τρίτη ήμερα από την εμφάνιση του αγγέλου, λίγο πριν κοιμηθεί η Θεοτόκος, οι Απόστολοι δεν ήταν όλοι στα Ιεροσόλυμα, αλλά σε μακρινούς τόπους όπου κήρυτταν το Ευαγγέλιο. Τότε, ξαφνικά νεφέλη τους άρπαξε και τους έφερε όλους μπροστά στο κρεβάτι, όπου ήταν ξαπλωμένη η Θεοτόκος και περίμενε την κοίμηση της. Mαζί δε με τους Aποστόλους ήλθε και ο Aρεοπαγίτης Διονύσιος, ο Άγιος Iερόθεος ο διδάσκαλος του Διονυσίου, ο Aπόστολος Tιμόθεος, και οι λοιποί θεόσοφοι Iεράρχες.
Όταν εκοιμήθη, με ψαλμούς και ύμνους την τοποθέτησαν στο μνήμα της Γεσθημανή. Eπειδή, κατά θείαν οικονομίαν, ένας από τους Aποστόλους (ο Θωμάς όπως λέει η παράδοση) δεν ήταν παρών στην κηδεία της Θεομήτορος, ζήτησε να ανοιχτεί ο τάφος ώστε να προσκυνήσει και αυτός το Σώμα της Θεοτόκου.
Έτσι, μετά από τρεις ήμερες, άνοιξαν τον τάφο και έκπληκτοι διαπίστωσαν ότι η Παναγία αναστήθηκε σωματικά και ανελήφθη στους ουρανούς. Και βέβαια, όλη η ανθρωπότητα, με ευγνωμοσύνη για τις πρεσβείες της στο Σωτήρα Χριστό, αναφωνεί: «Χαίρε, ώ Μήτερ τής ζωής».
Σάββατο 11 Αυγούστου 2012
ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΠΑΝΕΡΑΣ ΚΑΙ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΠΕΓΙΑΖΗΣ
Και οι δύο πιθανόν να συνδέονταν δια συγγενικών δεσμών. Ο
πρώτος επονομαζόμενος Πανέρας ή Προσέρας και ο δεύτερος Μπεγιάζης εξασκούσαν το
επάγγελμα του καλαθοπλέκτη στον Κασαμπά της Μικράς Ασίας, κατηχώντας και
στηρίζοντας παράλληλα τον χριστιανικό πληθυσμό. Για τη δράση τους αυτή
συνελήφθησαν από τους Τούρκους, φυλακίσθηκαν, αρνήθηκαν τη μωαμεθανική
θρησκεία, με θάρρος ομολόγησαν την πίστη τους στο Χριστό γι' αυτό και δια της
αγχόνης εμαρτύρησαν σε νεαρή ηλικία, μεταξύ των ετών 1816 – 1819. Η μνήμη τους
εορτάζεται την 11 η Αυγούστου με πανηγυρικό τρόπο σε ναϋδρια αφιερωμένα σε
αυτούς στην Αγιάσο και τον Ασώματο.
Τετάρτη 1 Αυγούστου 2012
Η ΑΓΙΑ ΕΛΕΣΑ Η ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ
Καταγόταν ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο καὶ ἦταν κόρη ἐνὸς πλούσιου Ἕλληνα, ποὺ ὀνομαζόταν Ἑλλάδιος. Ἡ δὲ μητέρα της Εὐγενία, ἦταν στεῖρα ἀλλὰ θεοσεβὴς χριστιανή. Ἔτσι διὰ τῆς προσευχῆς ἀπόκτησε θαυματουργικὰ τὴν Ἐλέσα, ποὺ ἀνέθρεψε σύμφωνα μὲ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ Εὐαγγελίου καὶ κάτω ἀπὸ τὶς δυσκολίες τοῦ εἰδωλολάτρη ἄντρα της.
Σὲ ἡλικία 14 χρονῶν ἡ Ἐλέσα ἔμεινε ὀρφανὴ ἀπὸ μητέρα καὶ ἔτσι ἔμεινε αὐτὴ κυρία τοῦ πλούσιου σπιτιοῦ τοῦ πατέρα της. Ἀμέτρητες τότε οἱ εὐεργεσίες καὶ οἱ ἐλεημοσύνες ποὺ ἔκανε στοὺς στερημένους καὶ πάσχοντες συνανθρώπους της. Κάποτε ὅμως ὁ πατέρας της τὴν παρακίνησε νὰ παντρευτεῖ κάποιον ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες ἄρχοντες, αὐτὴ ὅμως ἀρνήθηκε διότι ἡ κλήση της ἦταν ἄλλη, αὐτὴ τῆς ἀγγελικῆς πολιτείας. Ἔτσι ὅταν κάποτε ὁ πατέρας της ἔφυγε γιὰ κάποιο ταξίδι, ἡ Ἐλέσα μοίρασε ὅλα της τὰ ὑπάρχοντα στοὺς φτωχοὺς καὶ μὲ τὶς πιὸ πιστὲς δοῦλες της, διέφυγε στὰ Κύθηρα. Ἐκεῖ διὰ τῆς προσευχῆς, ἔκανε πολλὰ θαύματα.
Ὅταν ὅμως ὁ πατέρας της ἐπέστρεψε ἀπὸ τὸ ταξίδι καὶ ἔμαθε τὰ γεγονότα, θύμωσε πολὺ καὶ ἀφοῦ ἀνακάλυψε ποὺ βρισκόταν ἡ Ἐλέσα, ἀναχώρησε γιὰ νὰ τὴ φέρει πίσω. Ἀλλὰ ἡ γνώμη τῆς Ἐλέσας ἦταν ἀντίθετη αὐτῆς τοῦ εἰδωλολάτρη πατέρα.
Τότε αὐτός, ἀφοῦ ἀνελέητα τὴ βασάνισε, τελικὰ τὴν ἀποκεφάλισε καὶ ἔτσι πανάξια ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.
(Ἡ μνήμη τῆς συγκεκριμένης Ἁγίας δὲν ἀναφέρεται πουθενὰ στοὺς Συναξαριστές. Τὴν βρίσκουμε σὰν μάρτυρα μόνο στὰ Κύθηρα).
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἐκ στείρας ἐβλάστησας, καθάπερ ἄνθος τερπνόν, πατρὸς δὲ μισήσασα, τὴν ἀθεΐαν στερρῶς, Ἐλέσα πανένδοξε, ἔλαμψας ἐν τῇ νήσῳ τῶν Κυθήρων ὁσίως, ἤθλησας δὲ ἐν ταύτῃ, καὶ λαμπρῶς ἐδοξάσθης· καὶ νῦν ἀναπηγάζεις, τὰ θεῖα δωρήματα.
Κοντάκιον.Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐν Κυθήροις ἔλαμψας ἀμέμπτῳ βίῳ, καὶ λαμπρῶς ἠγώνισαι, ὑπὲρ Χριστοῦ μαρτυρικῶς· ὅθεν ἀξίως δεδόξασαι, Ὁσιομάρτυς Ἐλέσα πανένδοξε.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις ὦ Ἐλέσα νύμφη Χριστοῦ, Παρθενομαρτύρων, ἀκροθίνιον εὐκλεές· χαίροις Κυθήρων, ὡράϊσμα καὶ σκέπη, σεμνὴ Ὁσιομάρτυς, Ἀγγέλων σύσκηνε.
Σὲ ἡλικία 14 χρονῶν ἡ Ἐλέσα ἔμεινε ὀρφανὴ ἀπὸ μητέρα καὶ ἔτσι ἔμεινε αὐτὴ κυρία τοῦ πλούσιου σπιτιοῦ τοῦ πατέρα της. Ἀμέτρητες τότε οἱ εὐεργεσίες καὶ οἱ ἐλεημοσύνες ποὺ ἔκανε στοὺς στερημένους καὶ πάσχοντες συνανθρώπους της. Κάποτε ὅμως ὁ πατέρας της τὴν παρακίνησε νὰ παντρευτεῖ κάποιον ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες ἄρχοντες, αὐτὴ ὅμως ἀρνήθηκε διότι ἡ κλήση της ἦταν ἄλλη, αὐτὴ τῆς ἀγγελικῆς πολιτείας. Ἔτσι ὅταν κάποτε ὁ πατέρας της ἔφυγε γιὰ κάποιο ταξίδι, ἡ Ἐλέσα μοίρασε ὅλα της τὰ ὑπάρχοντα στοὺς φτωχοὺς καὶ μὲ τὶς πιὸ πιστὲς δοῦλες της, διέφυγε στὰ Κύθηρα. Ἐκεῖ διὰ τῆς προσευχῆς, ἔκανε πολλὰ θαύματα.
Ὅταν ὅμως ὁ πατέρας της ἐπέστρεψε ἀπὸ τὸ ταξίδι καὶ ἔμαθε τὰ γεγονότα, θύμωσε πολὺ καὶ ἀφοῦ ἀνακάλυψε ποὺ βρισκόταν ἡ Ἐλέσα, ἀναχώρησε γιὰ νὰ τὴ φέρει πίσω. Ἀλλὰ ἡ γνώμη τῆς Ἐλέσας ἦταν ἀντίθετη αὐτῆς τοῦ εἰδωλολάτρη πατέρα.
Τότε αὐτός, ἀφοῦ ἀνελέητα τὴ βασάνισε, τελικὰ τὴν ἀποκεφάλισε καὶ ἔτσι πανάξια ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.
(Ἡ μνήμη τῆς συγκεκριμένης Ἁγίας δὲν ἀναφέρεται πουθενὰ στοὺς Συναξαριστές. Τὴν βρίσκουμε σὰν μάρτυρα μόνο στὰ Κύθηρα).
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἐκ στείρας ἐβλάστησας, καθάπερ ἄνθος τερπνόν, πατρὸς δὲ μισήσασα, τὴν ἀθεΐαν στερρῶς, Ἐλέσα πανένδοξε, ἔλαμψας ἐν τῇ νήσῳ τῶν Κυθήρων ὁσίως, ἤθλησας δὲ ἐν ταύτῃ, καὶ λαμπρῶς ἐδοξάσθης· καὶ νῦν ἀναπηγάζεις, τὰ θεῖα δωρήματα.
Κοντάκιον.Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐν Κυθήροις ἔλαμψας ἀμέμπτῳ βίῳ, καὶ λαμπρῶς ἠγώνισαι, ὑπὲρ Χριστοῦ μαρτυρικῶς· ὅθεν ἀξίως δεδόξασαι, Ὁσιομάρτυς Ἐλέσα πανένδοξε.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις ὦ Ἐλέσα νύμφη Χριστοῦ, Παρθενομαρτύρων, ἀκροθίνιον εὐκλεές· χαίροις Κυθήρων, ὡράϊσμα καὶ σκέπη, σεμνὴ Ὁσιομάρτυς, Ἀγγέλων σύσκηνε.
Σάββατο 28 Ιουλίου 2012
ΑΓΙΑ ΕΙΡΗΝΗ Η ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΟΥ
Στις 28 Ιουλίου η αγία Εκκλησία μας τιμά τη «μνήμη της οσίας Μητρός ημών Ειρήνης της εκ Καππαδοκίας, ασκησάσης εν τη Μονή Χρυσοβαλάντου».

Η οσία Ειρήνη έζησε κατά τον 9ο και 10ο αιώνα και η νεότητά της συνδέεται με τη βασιλική αυλή του αυτοκράτορα του Βυζαντίου, την περίοδο πού είχε λήξει η εικονομαχία και
αναστηλωθεί οι ιερές εικόνες μετά το θρίαμβο της Ορθοδοξίας (843).
Ο Φιλάρετος, που ήταν ευνοούμενος και αφοσιωμένος στρατηγός στο Θεόφιλο και τη Θεοδώρα (η οποία ανέλαβε το βασιλικό θρόνο μέχρι την ενηλικίωση του γιού της), είχε στην
Καππαδοκία δύο κόρες, την Καλλίνικη και την Ειρήνη. Μετά τον πρόωρο θάνατο της γυναίκας του Ζωής, την επιμέλεια της ανατροφής τους είχε αναλάβει η αδελφή του και θεία
τους Σοφία, πού αφοσιώθηκε στο έργο αυτό με όλη την ψυχή της.
Στο μοναστήρι Χρυσοβαλάντου
Καθώς πήγαινε στην Κωνσταντινούπολη για να είναι μία από τις υποψήφιες νύφες του αυτοκράτορα, επισκέφτηκε έναν άγιο άνθρωπο τον Ιωαννίκιο. Οποίος την αποκάλεσε με το
όνομα της και την προέτρεψε να μην πάει στην Κωνσταντινούπολη αλλά να πάει στη Μονή Χρυσοβαλάντου που την χρειάζεται.
Ακολουθώντας την πρόρρηση του Γέροντος Ιωαννικίου δεν άργησε να πορευθεί προς τη Μονή. Η ηγουμένη τη δέχθηκε με καλοσύνη και αγάπη• και την έθεσε κάτω από τη δική της
πνευματική επίβλεψη. Η Ειρήνη, παρά την ευγενική καταγωγή της, έχοντας τη χάρη του Θεού, με προθυμία επιδόθηκε και στα πιο ταπεινά και δύσκολα διακονήματα και σύντομα ο
αγώνας της καρποφόρησε.
Αναδεικνύεται ηγουμένη με τρόπο θαυμαστό
Ύστερα από μερικά χρόνια αρρώστησε η ηγουμένη. Επιθυμία της Γερόντισσας ήταν να γίνει ηγουμένη η Ειρήνη. Όταν είπε στις μοναχές την επιθυμία της, η Ειρήνη δεν ήταν
παρούσα. Εκείνες μάλιστα δεν της ανέφεραν τίποτε σχετικό, επειδή φοβήθηκαν μήπως από τη μεγάλη ταπεινοφροσύνη της φύγει από το μοναστήρι, για να μη γίνει ηγουμένη.
Οι ηλικιωμένες μοναχές πρότειναν να πάνε όλες μαζί στον Πατριάρχη, στην Κωνσταντινούπολη, για να επιλέξει αυτός οποία τον φωτίσει ο Θεός.
Φτάνοντας στον Πατριάρχη τους είπε: «Εγώ γνωρίζω ότι όλες σας θέλετε την τιμία και σεμνοτάτη Ειρήνη• και η απόφασή σας είναι καλή και θεάρεστη. Ας είναι δοξασμένος ο
Κύριος πού μου φανέρωσε την αρετή αυτής της δούλης του». Έτσι όρισε την Ειρήνη ηγουμένη της Μονής.
Καθοδηγεί τις μοναχές με σύνεση και σοφία
Ως ηγουμένη η Ειρήνη συνέχισε και επέτεινε τους πνευματικούς της αγώνες, συναισθανόμενη την ευθύνη του διακονήματος πού έθεσε στους ώμους της ο Ιησούς Χριστός.
Προσευχόταν και νήστευε ακόμα περισσότερο. Ήταν τόση η επιθυμία της να σωθούν όλες οι μοναχές, πού τόλμησε από αγάπη υπέρμετρη και όχι εγωισμό να ζητήσει από τον
Κύριο να της χορηγήσει το προορατικό χάρισμα, για να γνωρίζει «τα απόκρυφα πταίσματα πασών των αδελφών... διά να τάς διορθώνη, να μη κολάζωνται». Και ο δωρεοδότης
Ιησούς Χριστός, βλέποντας ότι ο σκοπός της ήταν καλός, της έστειλε άγγελο πού της αποκάλυψε ότι προστάχθηκε από τον Κύριο να στέκεται πάντοτε πλησίον της και να της
φανερώνει κάθε μέρα τα απόκρυφα παραπτώματα όχι μόνο των μοναχών αλλά και των προσκυνητών της Μονής.
Η φήμη του προορατικού της χαρίσματος δεν άργησε να διαδοθεί και να φτάσει μέχρι την Κωνσταντινούπολη, με αποτέλεσμα πολλοί χριστιανοί να σπεύδουν στο μοναστήρι για να
ιδούν το σεβάσμιο πρόσωπο της και να ακούσουν «λόγον ἀγαθόν». Παρά ταύτα εκείνη δεν μείωσε καθόλου τον πνευματικό της αγώνα για την προσωπική τελείωσή της, γεγονός
πού ενοχλούσε τον μισόκαλο δαίμονα, πού δοκίμασε άλλη μια φορά να την εμποδίσει από την ολονύχτια προσευχή της. Έτσι λοιπόν ένα βράδυ, καθώς εκείνη προσευχόταν με
κατάνυξη, ένας δαίμονας άναψε κερί από το καντήλι και έβαλε φωτιά στο κουκούλι της Ειρήνης. Η φλόγα άρχισε να καίει κατόπιν τα μαλλιά, το φόρεμα και τις σάρκες της αγίας
Ειρήνης, η οποία ακίνητη, ενώ καιγόταν, συνέχιζε την προσευχή της. Και θα είχε καεί ζωντανή, αν μία αδελφή από διπλανό κελί δεν οσμιζόταν καμένη σάρκα και δεν έτρεχε να
σβήσει με νερό τη φωτιά! Η ηγουμένη την επέπληξε λέγοντάς της, όπως αναφέρει ο Συναξαριστής: «Γιατί μού προξένησες, παιδί μου, τόσο κακό και μού στέρησες τέτοια αγαθά;
Δεν πρέπει να φρονούμε τα των ανθρώπων αλλά τα του Θεού. Λίγο πριν μπροστά μου έβλεπα έναν άγγελο πού έπλεκε για μένα στεφάνι• κι όταν άπλωνε το χέρι του για να με
στεφανώσει, ήρθες εσύ και από ευγνωμοσύνη προκάλεσες χειρότερα της αγνωμοσύνης. Βλέποντάς σε ο άγγελος έφυγε και μού έδωσες λύπη και απερίγραπτη ζημία». Από το
μισοκαμμένο σώμα της έβγαινε ευωδία πού νικούσε όλα τα μύρα και τα πολύτιμα αρώματα, ενώ ο Ιησούς, ο ιατρός των ψυχών και των σωμάτων, γιάτρεψε τα μέλη της πού είχαν
εγκαύματα, αυξάνοντας της και το προορατικό χάρισμα.

Τα κυπαρίσσια λυγίζουν τις κορυφές τους
Πολλές φορές προσευχόταν ολόκληρο ημερονύκτιο. Άλλοτε επί δύο ή τρεις ημέρες και καμιά φορά ολόκληρη εβδομάδα, πάντοτε με υψωμένα τα χέρια της. Τη Μεγάλη
Τεσσαρακοστή έως το Πάσχα δεν έτρωγε ψωμί, παρά μόνο λίγα φρούτα και λαχανικά και έπινε ελάχιστο νερό. Από την αυστηρή αυτή νηστεία είχε γίνει λιπόσαρκη. Όταν ο καιρός
το επέτρεπε έβγαινε τα μεσάνυχτα στον αύλειο χώρο της Μονής και προσευχόταν με κατάνυξη, υψώνοντας το βλέμμα της στο κάλλος του ουρανού. Γράφει ο Συναξαριστής της:
«Κατά θεία οικονομία, για να μη μείνει άγνωστη μια μεγάλη θαυματουργία, πού έγινε αρκετές φορές στο προαύλιο, έτυχε και βγήκε ήσυχα ένα βράδυ κάποια αδελφή από το κελί
της. Και βλέπει την αγία πού προσευχόταν, χωρίς να εγγίζουν τη γη τα πόδια της. Αλλά στεκόταν στον αέρα, δύο πήχεις επάνω. Και κοντά της ήταν δύο κυπαρίσσια πολύ υψηλά.
Τα οποία έγερναν τις κορυφές τους μέχρι το χώμα και παρέμεναν έτσι (ώ του εξαισίου θαύματος!) όση ώρα η αγία προσευχόταν. Και όταν τελείωσε, πήγε και στα δύο και αγγίζοντας
τις κορυφές τους τα ευλόγησε στο σχήμα του σταυρού και τότε υψώθηκαν κι αυτά και επανήλθαν στην κανονική τους θέση». Η αδελφή νομίζοντας ότι όσα έβλεπε ήταν καρπός της
φαντασίας της δεν είπε σε καμία μοναχή τίποτε. Μετά όμως από κάποιες ημέρες είδαν όλες τους στις κορυφές εκείνων των κυπαρισσιών δύο μαντήλια, πού είχε κρεμάσει η αγία
Ειρήνη «εις δόξαν Θεού». Στην απορία των αδελφών πώς βρέθηκαν εκεί, η μοναχή πού είχε προσωπική γνώση του πράγματος διηγήθηκε σε όλες τι συνέβαινε• κι εκείνες της
παραπονέθηκαν γιατί δεν τις ξύπνησε να ιδούν «τοιούτον εξαίσιον θέαμα». Όταν η αγία Ειρήνη πληροφορήθηκε την πράξη της μοναχής αυτής την επέπληξε με αγάπη λέγοντάς
της: Αν με έβλεπες να αμαρτάνω ως άνθρωπος, θα φανέρωνες και την αμαρτία μου; Ζήτησε δε από όλες τις αδελφές να μη φανερώνουν σε κανέναν, ενόσω εκείνη ζει, τα τυχόν
θαυμάσια πού βλέπουν.
Τα μήλα του Παραδείσου
Η αγία Ειρήνη συνδέθηκε και με το περιστατικό των τριών μήλων, όπως το εξιστορεί ο Συναξαριστής: Ένα βράδυ, καθώς προσευχόταν, ήρθε φωνή προς την οσία πού της είπε•
υποδέξου το ναύτη πού σου φέρνει σήμερα τα οπωρικά και να τα φας με χαρά, ώστε η ψυχή σου να νιώσει αγαλλίαση. Στη διάρκεια του Όρθρου έστειλε δύο μοναχές στην πύλη
της Μονής για να υποδεχτούν έναν ναύτη πού ήταν απέξω. Όταν μετά την Ακολουθία συναντήθηκαν, εκείνος της είπε ότι είναι ναύτης από την Πάτμο. Καθώς ξεκίνησε το καράβι
τους για να πλεύσει στην Κωνσταντινούπολη, ένας σεβάσμιος Γέροντας από την ακτή τους φώναξε, παρακαλώντας να γυρίσουν πίσω για να τους δώσει κάτι. Όμως το καράβι
έπλεε με ανοιγμένα πανιά. Τότε ο Γέροντας πρόσταξε το πλοίο να σταματήσει, πράγμα πού έγινε, κι εκείνος περπατώντας στην επιφάνεια της θάλασσας ήρθε κοντά μας. Και
βγάζοντας από το στήθος του τρία μήλα μου τα έδωσε λέγοντας: Όταν φτάσεις στην Πόλη να τα δώσεις στον Πατριάρχη και να του πεις πώς του τα έστειλε ο Θεός και ο δούλος
του Ιωάννης από τον Παράδεισο. Στη συνέχεια έβγαλε άλλα τρία μήλα και μου είπε: Αυτά να τα δω ρήσεις στην ηγουμένη της Μονής Χρυσοβαλάντου, την Ειρήνη, και να της πεις•
φάγε από εκείνα πού η καλή σου ψυχή επεθύμης• διότι τώρα έρχομαι από τον Παράδεισο και τα έφερα. Λέγοντάς μου αυτά, ο μεν Γέροντας έγινε άφαντος, το δε πλοίο ξεκίνησε.
Κατόπιν ο ναύτης έβγαλε τα τρία μήλα από ένα μεταξωτό μαντήλι και τα έδωσε στην αγία Ειρήνη. Τα μήλα ήταν εξαιρετικά όμορφα, ευωδιαστά και μεγάλα. «Καί τοῦτο δέν εἶναι
πράγμα ἀπίστευτον, ἐπειδή ἤσαν ἀπό τόν Παράδεισον». Η ηγουμένη νήστεψε επί μία εβδομάδα, ευχαριστώντας τον Κύριο. Έπειτα άρχισε κάθε μέρα και από λίγο να τρώει το ένα
μήλο χωρίς επί 40 ημέρες να βάζει στο στόμα της καμιά άλλη τροφή. Τη δε Μεγάλη Πέμπτη, αφού κοινώνησαν όλες οι αδελφές έκοψε το δεύτερο μήλο και έδωσε σε όλες από ένα
κομματάκι. Κι αυτές αισθάνονταν την ευωδία και τη γλυκύτητά του και θαύμαζαν. Το τρίτο μήλο το κράτησε η αγία ως πολύτιμο φυλακτήριο «καί καθ’ ἑκάστην τό ὠσφραίνετο εἰς
ἀπόλαυσιν τῆς ψυχῆς της καί ἀγαλλίασιν».
Η ωφέλεια της ψυχής από την ασθένεια
Κάποτε μία από τις μοναχές πού ήταν άρρωστη, παρακαλούσε την ηγουμένη με απλότητα, να την κάνει καλά. Η αγία Ειρήνη αφού κάλεσε κοντά της όλη την αδελφότητα είπε:
Πιστέψτε με πώς αν είχα κάποια παρρησία ενώπιον του Θεού, θα τον παρακαλούσα να ήμασταν συνέχεια άρρωστες, διότι ξέρω πόσο ωφελείται η ψυχή από την ασθένεια του
σώματος. Και μάλιστα όταν ο άρρωστος ευχαριστεί και δοξάζει τον Θεό και όταν παραδέχεται και ομολογεί ότι δίκαια παιδεύεται.
Το μακάριο τέλος της
Επειδή όμως και η ιδία ήταν άνθρωπος, έφτασε κάποτε ο καιρός να ακολουθήσει και η ίδια το κοινό χρέος, το οποίο της φανερώθηκε από άγγελο Κυρίου με τούτα τα λόγια: «Μάθε
ότι στις 28 του τρέχοντος μηνός, αφού τιμήσεις την εορτή του μάρτυρος Παντελεήμονος, θα κληθείς να παρασταθείς στο θρόνο του Θεού». Ήταν 26 Ιουλίου όταν τα άκουσε αυτά και
στο Μοναστήρι της γιόρταζαν τα εγκαίνια του αρχαγγέλου, διότι σαν τέτοια μέρα είχαν οικοδομήσει και εγκαινιάσει τον ιερό ναό πού ήταν αφιερωμένος στους ταξιάρχες Μιχαήλ και
Γαβριήλ. Αφού κοινώνησε τα άχραντα Μυστήρια μετά από αυστηρή εβδομαδιαία νηστεία, χωρίς να γευθεί τροφής ή και νερού, παρά μόνον από εκείνο το τρίτο μήλο του
Παραδείσου, η οσία Ειρήνη ατενίζοντας τον ουρανό έχυνε δάκρυα. Οι μοναχές την ρώτησαν τι είχε και έδειχνε πικραμένη. Εκείνη απάντησε:
«Σήμερα, τέκνα μου, φεύγω από τον παρόντα κόσμο και δεν θα με βλέπετε πλέον, διότι ήρθε η ώρα να πάω στην αιώνια ζωή. Να εκλέξετε ως προεστώσα την Μαρία, επειδή αυτήν
προέκρινε ο Θεός και αυτή θα σας κυβερνήσει θεάρεστα. Προσπαθείστε να βαδίζετε τη στενή και τεθλιμμένη οδό, για να βρήτε ευρυχωρία στον Παράδεισο. Περιφρονείστε τον
κόσμο και τα εγκόσμια, διότι όλα αυτά είναι πρόσκαιρα και μάταια. Μισείστε τις ψυχές σας για να τις κερδίσετε, σύμφωνα με το θειο πρόσταγμα (πρβλ. Ιω. 12,25). Και γενικά να μη
κάνετε το θέλημα της σάρκας αλλά του Θεού. Διότι μόνον εκείνος μπορεί να σας βοηθήσει την ώρα της κρίσεως». Αφού έτσι συμβούλεψε τις αδελφές της Μονής, σήκωσε ψηλά τα
χέρια και το βλέμμα της και προσευχήθηκε λέγοντας:
«Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού του ζώντος, ο ποιμήν ο καλός, πού μας λύτρωσες με το πανάγιο και πολύτιμο Αίμα σου, στα αγία χέρια σου παραδίδω αυτό το μικρό
ποίμνιο σου. Σκέπασέ το στη σκέπη των πτερύγων σου και φύλαξέ το από κάθε πειρασμό του διαβόλου. Διότι εσύ είσαι ο αγιασμός και η λύτρωσή μας και σε σένα αναπέμπουμε
την ευχαριστία και σε δοξολογούμε πάντοτε».
Αφού τελείωσε την προσευχή, κάθισε και άρχισε να χαμογελά βλέποντας τους άγιους Αγγέλους πού τη χαιρετούσαν. Το πρόσωπο της έλαμψε και τότε έκλεισε τα μάτια της σα να
κοιμάται. Έτσι παρέδωσε την αγία ψυχή της στον Κύριο.
Παρόλο πού ήταν 103 χρονών το κάλλος της δεν είχε μαραθεί, αλλά έδειχνε νέα.
Οι μοναχές πνευματικές της θυγατέρες, θρήνησαν για τον αποχωρισμό και τη στέρησή της. Και μαζί μ’ αυτές αμέτρητο πλήθος αξιωματούχων και απλών ανθρώπων από τη
Βασιλεύουσα, πού έσπευσαν να ενταφιάσουν την αγία Ειρήνη σε τάφο καινούργιο στο ναό του άγιου Θεοδώρου, πλησίον του Αρχαγγέλου, στη Μονή Χρυσοβαλάντου. Από τον
τάφο εξερχόταν «ευωδία θαυμάσιος, μαρτυρούσα την παρρησίαν της οσίας προς Κύριον», ενώ επιτελούνταν με την επίκληση του ονόματος της και πολλά θαύματα.
Η οσία Ειρήνη έζησε κατά τον 9ο και 10ο αιώνα και η νεότητά της συνδέεται με τη βασιλική αυλή του αυτοκράτορα του Βυζαντίου, την περίοδο πού είχε λήξει η εικονομαχία και
αναστηλωθεί οι ιερές εικόνες μετά το θρίαμβο της Ορθοδοξίας (843).
Ο Φιλάρετος, που ήταν ευνοούμενος και αφοσιωμένος στρατηγός στο Θεόφιλο και τη Θεοδώρα (η οποία ανέλαβε το βασιλικό θρόνο μέχρι την ενηλικίωση του γιού της), είχε στην
Καππαδοκία δύο κόρες, την Καλλίνικη και την Ειρήνη. Μετά τον πρόωρο θάνατο της γυναίκας του Ζωής, την επιμέλεια της ανατροφής τους είχε αναλάβει η αδελφή του και θεία
τους Σοφία, πού αφοσιώθηκε στο έργο αυτό με όλη την ψυχή της.
Στο μοναστήρι Χρυσοβαλάντου
Καθώς πήγαινε στην Κωνσταντινούπολη για να είναι μία από τις υποψήφιες νύφες του αυτοκράτορα, επισκέφτηκε έναν άγιο άνθρωπο τον Ιωαννίκιο. Οποίος την αποκάλεσε με το
όνομα της και την προέτρεψε να μην πάει στην Κωνσταντινούπολη αλλά να πάει στη Μονή Χρυσοβαλάντου που την χρειάζεται.
Ακολουθώντας την πρόρρηση του Γέροντος Ιωαννικίου δεν άργησε να πορευθεί προς τη Μονή. Η ηγουμένη τη δέχθηκε με καλοσύνη και αγάπη• και την έθεσε κάτω από τη δική της
πνευματική επίβλεψη. Η Ειρήνη, παρά την ευγενική καταγωγή της, έχοντας τη χάρη του Θεού, με προθυμία επιδόθηκε και στα πιο ταπεινά και δύσκολα διακονήματα και σύντομα ο
αγώνας της καρποφόρησε.
Αναδεικνύεται ηγουμένη με τρόπο θαυμαστό
Ύστερα από μερικά χρόνια αρρώστησε η ηγουμένη. Επιθυμία της Γερόντισσας ήταν να γίνει ηγουμένη η Ειρήνη. Όταν είπε στις μοναχές την επιθυμία της, η Ειρήνη δεν ήταν
παρούσα. Εκείνες μάλιστα δεν της ανέφεραν τίποτε σχετικό, επειδή φοβήθηκαν μήπως από τη μεγάλη ταπεινοφροσύνη της φύγει από το μοναστήρι, για να μη γίνει ηγουμένη.
Οι ηλικιωμένες μοναχές πρότειναν να πάνε όλες μαζί στον Πατριάρχη, στην Κωνσταντινούπολη, για να επιλέξει αυτός οποία τον φωτίσει ο Θεός.
Φτάνοντας στον Πατριάρχη τους είπε: «Εγώ γνωρίζω ότι όλες σας θέλετε την τιμία και σεμνοτάτη Ειρήνη• και η απόφασή σας είναι καλή και θεάρεστη. Ας είναι δοξασμένος ο
Κύριος πού μου φανέρωσε την αρετή αυτής της δούλης του». Έτσι όρισε την Ειρήνη ηγουμένη της Μονής.
Καθοδηγεί τις μοναχές με σύνεση και σοφία
Ως ηγουμένη η Ειρήνη συνέχισε και επέτεινε τους πνευματικούς της αγώνες, συναισθανόμενη την ευθύνη του διακονήματος πού έθεσε στους ώμους της ο Ιησούς Χριστός.
Προσευχόταν και νήστευε ακόμα περισσότερο. Ήταν τόση η επιθυμία της να σωθούν όλες οι μοναχές, πού τόλμησε από αγάπη υπέρμετρη και όχι εγωισμό να ζητήσει από τον
Κύριο να της χορηγήσει το προορατικό χάρισμα, για να γνωρίζει «τα απόκρυφα πταίσματα πασών των αδελφών... διά να τάς διορθώνη, να μη κολάζωνται». Και ο δωρεοδότης
Ιησούς Χριστός, βλέποντας ότι ο σκοπός της ήταν καλός, της έστειλε άγγελο πού της αποκάλυψε ότι προστάχθηκε από τον Κύριο να στέκεται πάντοτε πλησίον της και να της
φανερώνει κάθε μέρα τα απόκρυφα παραπτώματα όχι μόνο των μοναχών αλλά και των προσκυνητών της Μονής.
Η φήμη του προορατικού της χαρίσματος δεν άργησε να διαδοθεί και να φτάσει μέχρι την Κωνσταντινούπολη, με αποτέλεσμα πολλοί χριστιανοί να σπεύδουν στο μοναστήρι για να
ιδούν το σεβάσμιο πρόσωπο της και να ακούσουν «λόγον ἀγαθόν». Παρά ταύτα εκείνη δεν μείωσε καθόλου τον πνευματικό της αγώνα για την προσωπική τελείωσή της, γεγονός
πού ενοχλούσε τον μισόκαλο δαίμονα, πού δοκίμασε άλλη μια φορά να την εμποδίσει από την ολονύχτια προσευχή της. Έτσι λοιπόν ένα βράδυ, καθώς εκείνη προσευχόταν με
κατάνυξη, ένας δαίμονας άναψε κερί από το καντήλι και έβαλε φωτιά στο κουκούλι της Ειρήνης. Η φλόγα άρχισε να καίει κατόπιν τα μαλλιά, το φόρεμα και τις σάρκες της αγίας
Ειρήνης, η οποία ακίνητη, ενώ καιγόταν, συνέχιζε την προσευχή της. Και θα είχε καεί ζωντανή, αν μία αδελφή από διπλανό κελί δεν οσμιζόταν καμένη σάρκα και δεν έτρεχε να
σβήσει με νερό τη φωτιά! Η ηγουμένη την επέπληξε λέγοντάς της, όπως αναφέρει ο Συναξαριστής: «Γιατί μού προξένησες, παιδί μου, τόσο κακό και μού στέρησες τέτοια αγαθά;
Δεν πρέπει να φρονούμε τα των ανθρώπων αλλά τα του Θεού. Λίγο πριν μπροστά μου έβλεπα έναν άγγελο πού έπλεκε για μένα στεφάνι• κι όταν άπλωνε το χέρι του για να με
στεφανώσει, ήρθες εσύ και από ευγνωμοσύνη προκάλεσες χειρότερα της αγνωμοσύνης. Βλέποντάς σε ο άγγελος έφυγε και μού έδωσες λύπη και απερίγραπτη ζημία». Από το
μισοκαμμένο σώμα της έβγαινε ευωδία πού νικούσε όλα τα μύρα και τα πολύτιμα αρώματα, ενώ ο Ιησούς, ο ιατρός των ψυχών και των σωμάτων, γιάτρεψε τα μέλη της πού είχαν
εγκαύματα, αυξάνοντας της και το προορατικό χάρισμα.
Τα κυπαρίσσια λυγίζουν τις κορυφές τους
Πολλές φορές προσευχόταν ολόκληρο ημερονύκτιο. Άλλοτε επί δύο ή τρεις ημέρες και καμιά φορά ολόκληρη εβδομάδα, πάντοτε με υψωμένα τα χέρια της. Τη Μεγάλη
Τεσσαρακοστή έως το Πάσχα δεν έτρωγε ψωμί, παρά μόνο λίγα φρούτα και λαχανικά και έπινε ελάχιστο νερό. Από την αυστηρή αυτή νηστεία είχε γίνει λιπόσαρκη. Όταν ο καιρός
το επέτρεπε έβγαινε τα μεσάνυχτα στον αύλειο χώρο της Μονής και προσευχόταν με κατάνυξη, υψώνοντας το βλέμμα της στο κάλλος του ουρανού. Γράφει ο Συναξαριστής της:
«Κατά θεία οικονομία, για να μη μείνει άγνωστη μια μεγάλη θαυματουργία, πού έγινε αρκετές φορές στο προαύλιο, έτυχε και βγήκε ήσυχα ένα βράδυ κάποια αδελφή από το κελί
της. Και βλέπει την αγία πού προσευχόταν, χωρίς να εγγίζουν τη γη τα πόδια της. Αλλά στεκόταν στον αέρα, δύο πήχεις επάνω. Και κοντά της ήταν δύο κυπαρίσσια πολύ υψηλά.
Τα οποία έγερναν τις κορυφές τους μέχρι το χώμα και παρέμεναν έτσι (ώ του εξαισίου θαύματος!) όση ώρα η αγία προσευχόταν. Και όταν τελείωσε, πήγε και στα δύο και αγγίζοντας
τις κορυφές τους τα ευλόγησε στο σχήμα του σταυρού και τότε υψώθηκαν κι αυτά και επανήλθαν στην κανονική τους θέση». Η αδελφή νομίζοντας ότι όσα έβλεπε ήταν καρπός της
φαντασίας της δεν είπε σε καμία μοναχή τίποτε. Μετά όμως από κάποιες ημέρες είδαν όλες τους στις κορυφές εκείνων των κυπαρισσιών δύο μαντήλια, πού είχε κρεμάσει η αγία
Ειρήνη «εις δόξαν Θεού». Στην απορία των αδελφών πώς βρέθηκαν εκεί, η μοναχή πού είχε προσωπική γνώση του πράγματος διηγήθηκε σε όλες τι συνέβαινε• κι εκείνες της
παραπονέθηκαν γιατί δεν τις ξύπνησε να ιδούν «τοιούτον εξαίσιον θέαμα». Όταν η αγία Ειρήνη πληροφορήθηκε την πράξη της μοναχής αυτής την επέπληξε με αγάπη λέγοντάς
της: Αν με έβλεπες να αμαρτάνω ως άνθρωπος, θα φανέρωνες και την αμαρτία μου; Ζήτησε δε από όλες τις αδελφές να μη φανερώνουν σε κανέναν, ενόσω εκείνη ζει, τα τυχόν
θαυμάσια πού βλέπουν.
Τα μήλα του Παραδείσου
Η αγία Ειρήνη συνδέθηκε και με το περιστατικό των τριών μήλων, όπως το εξιστορεί ο Συναξαριστής: Ένα βράδυ, καθώς προσευχόταν, ήρθε φωνή προς την οσία πού της είπε•
υποδέξου το ναύτη πού σου φέρνει σήμερα τα οπωρικά και να τα φας με χαρά, ώστε η ψυχή σου να νιώσει αγαλλίαση. Στη διάρκεια του Όρθρου έστειλε δύο μοναχές στην πύλη
της Μονής για να υποδεχτούν έναν ναύτη πού ήταν απέξω. Όταν μετά την Ακολουθία συναντήθηκαν, εκείνος της είπε ότι είναι ναύτης από την Πάτμο. Καθώς ξεκίνησε το καράβι
τους για να πλεύσει στην Κωνσταντινούπολη, ένας σεβάσμιος Γέροντας από την ακτή τους φώναξε, παρακαλώντας να γυρίσουν πίσω για να τους δώσει κάτι. Όμως το καράβι
έπλεε με ανοιγμένα πανιά. Τότε ο Γέροντας πρόσταξε το πλοίο να σταματήσει, πράγμα πού έγινε, κι εκείνος περπατώντας στην επιφάνεια της θάλασσας ήρθε κοντά μας. Και
βγάζοντας από το στήθος του τρία μήλα μου τα έδωσε λέγοντας: Όταν φτάσεις στην Πόλη να τα δώσεις στον Πατριάρχη και να του πεις πώς του τα έστειλε ο Θεός και ο δούλος
του Ιωάννης από τον Παράδεισο. Στη συνέχεια έβγαλε άλλα τρία μήλα και μου είπε: Αυτά να τα δω ρήσεις στην ηγουμένη της Μονής Χρυσοβαλάντου, την Ειρήνη, και να της πεις•
φάγε από εκείνα πού η καλή σου ψυχή επεθύμης• διότι τώρα έρχομαι από τον Παράδεισο και τα έφερα. Λέγοντάς μου αυτά, ο μεν Γέροντας έγινε άφαντος, το δε πλοίο ξεκίνησε.
Κατόπιν ο ναύτης έβγαλε τα τρία μήλα από ένα μεταξωτό μαντήλι και τα έδωσε στην αγία Ειρήνη. Τα μήλα ήταν εξαιρετικά όμορφα, ευωδιαστά και μεγάλα. «Καί τοῦτο δέν εἶναι
πράγμα ἀπίστευτον, ἐπειδή ἤσαν ἀπό τόν Παράδεισον». Η ηγουμένη νήστεψε επί μία εβδομάδα, ευχαριστώντας τον Κύριο. Έπειτα άρχισε κάθε μέρα και από λίγο να τρώει το ένα
μήλο χωρίς επί 40 ημέρες να βάζει στο στόμα της καμιά άλλη τροφή. Τη δε Μεγάλη Πέμπτη, αφού κοινώνησαν όλες οι αδελφές έκοψε το δεύτερο μήλο και έδωσε σε όλες από ένα
κομματάκι. Κι αυτές αισθάνονταν την ευωδία και τη γλυκύτητά του και θαύμαζαν. Το τρίτο μήλο το κράτησε η αγία ως πολύτιμο φυλακτήριο «καί καθ’ ἑκάστην τό ὠσφραίνετο εἰς
ἀπόλαυσιν τῆς ψυχῆς της καί ἀγαλλίασιν».
Η ωφέλεια της ψυχής από την ασθένεια
Κάποτε μία από τις μοναχές πού ήταν άρρωστη, παρακαλούσε την ηγουμένη με απλότητα, να την κάνει καλά. Η αγία Ειρήνη αφού κάλεσε κοντά της όλη την αδελφότητα είπε:
Πιστέψτε με πώς αν είχα κάποια παρρησία ενώπιον του Θεού, θα τον παρακαλούσα να ήμασταν συνέχεια άρρωστες, διότι ξέρω πόσο ωφελείται η ψυχή από την ασθένεια του
σώματος. Και μάλιστα όταν ο άρρωστος ευχαριστεί και δοξάζει τον Θεό και όταν παραδέχεται και ομολογεί ότι δίκαια παιδεύεται.
Το μακάριο τέλος της
Επειδή όμως και η ιδία ήταν άνθρωπος, έφτασε κάποτε ο καιρός να ακολουθήσει και η ίδια το κοινό χρέος, το οποίο της φανερώθηκε από άγγελο Κυρίου με τούτα τα λόγια: «Μάθε
ότι στις 28 του τρέχοντος μηνός, αφού τιμήσεις την εορτή του μάρτυρος Παντελεήμονος, θα κληθείς να παρασταθείς στο θρόνο του Θεού». Ήταν 26 Ιουλίου όταν τα άκουσε αυτά και
στο Μοναστήρι της γιόρταζαν τα εγκαίνια του αρχαγγέλου, διότι σαν τέτοια μέρα είχαν οικοδομήσει και εγκαινιάσει τον ιερό ναό πού ήταν αφιερωμένος στους ταξιάρχες Μιχαήλ και
Γαβριήλ. Αφού κοινώνησε τα άχραντα Μυστήρια μετά από αυστηρή εβδομαδιαία νηστεία, χωρίς να γευθεί τροφής ή και νερού, παρά μόνον από εκείνο το τρίτο μήλο του
Παραδείσου, η οσία Ειρήνη ατενίζοντας τον ουρανό έχυνε δάκρυα. Οι μοναχές την ρώτησαν τι είχε και έδειχνε πικραμένη. Εκείνη απάντησε:
«Σήμερα, τέκνα μου, φεύγω από τον παρόντα κόσμο και δεν θα με βλέπετε πλέον, διότι ήρθε η ώρα να πάω στην αιώνια ζωή. Να εκλέξετε ως προεστώσα την Μαρία, επειδή αυτήν
προέκρινε ο Θεός και αυτή θα σας κυβερνήσει θεάρεστα. Προσπαθείστε να βαδίζετε τη στενή και τεθλιμμένη οδό, για να βρήτε ευρυχωρία στον Παράδεισο. Περιφρονείστε τον
κόσμο και τα εγκόσμια, διότι όλα αυτά είναι πρόσκαιρα και μάταια. Μισείστε τις ψυχές σας για να τις κερδίσετε, σύμφωνα με το θειο πρόσταγμα (πρβλ. Ιω. 12,25). Και γενικά να μη
κάνετε το θέλημα της σάρκας αλλά του Θεού. Διότι μόνον εκείνος μπορεί να σας βοηθήσει την ώρα της κρίσεως». Αφού έτσι συμβούλεψε τις αδελφές της Μονής, σήκωσε ψηλά τα
χέρια και το βλέμμα της και προσευχήθηκε λέγοντας:
«Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού του ζώντος, ο ποιμήν ο καλός, πού μας λύτρωσες με το πανάγιο και πολύτιμο Αίμα σου, στα αγία χέρια σου παραδίδω αυτό το μικρό
ποίμνιο σου. Σκέπασέ το στη σκέπη των πτερύγων σου και φύλαξέ το από κάθε πειρασμό του διαβόλου. Διότι εσύ είσαι ο αγιασμός και η λύτρωσή μας και σε σένα αναπέμπουμε
την ευχαριστία και σε δοξολογούμε πάντοτε».
Αφού τελείωσε την προσευχή, κάθισε και άρχισε να χαμογελά βλέποντας τους άγιους Αγγέλους πού τη χαιρετούσαν. Το πρόσωπο της έλαμψε και τότε έκλεισε τα μάτια της σα να
κοιμάται. Έτσι παρέδωσε την αγία ψυχή της στον Κύριο.
Παρόλο πού ήταν 103 χρονών το κάλλος της δεν είχε μαραθεί, αλλά έδειχνε νέα.
Οι μοναχές πνευματικές της θυγατέρες, θρήνησαν για τον αποχωρισμό και τη στέρησή της. Και μαζί μ’ αυτές αμέτρητο πλήθος αξιωματούχων και απλών ανθρώπων από τη
Βασιλεύουσα, πού έσπευσαν να ενταφιάσουν την αγία Ειρήνη σε τάφο καινούργιο στο ναό του άγιου Θεοδώρου, πλησίον του Αρχαγγέλου, στη Μονή Χρυσοβαλάντου. Από τον
τάφο εξερχόταν «ευωδία θαυμάσιος, μαρτυρούσα την παρρησίαν της οσίας προς Κύριον», ενώ επιτελούνταν με την επίκληση του ονόματος της και πολλά θαύματα.
Πέμπτη 26 Ιουλίου 2012
Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
Κάθε χρόνο, στις 26 Ιουλίου, η Εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη της παρθενομάρτυρος Παρασκευής, η οποία έζησε και μαρτύρησε κατά
τους χρόνους του Ρωμαίου αυτοκράτορα Αντωνίνου, τον 2μ.Χ. αιώνα. Η αγία Παρασκευή είχε το ευτύχημα να γεννηθεί από ευσεβείς γονείς, τον Αγάθωνα και την Πολιτεία. Η γέννηση της μάλιστα ήταν καρπός των θερμών προσευχών των γονέων της, οι οποίοι επειδή ήταν άτεκνοι για πολλά χρόνια, με θέρμη παρακαλούσαν τον Θεό να τους χαρίσει ένα τέκνο, για να το αναθρέψουν «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου». Έτσι η αγία Παρασκευή ανετράφη μέσα σε μία χριστιανική ατμόσφαιρα, μέσα σ’ ένα άγιο περιβάλλον.
Τα χρόνια περνούν, η Παρασκευή μεγαλώνει, αναπτύσσοντας τις γνώσεις και την μόρφωσή της, συγχρόνως όμως καλλιεργώντας την ευσέβεια και την αρετή. Κάποτε, ενώ είναι πια στην ακμή της ηλικίας της, 20 ετών, στην ακμή της ομορφιάς της, της μορφώσεως και της αρετής, πεθαίνουν οι γονείς της και αυτή μένει μόνη και απροστάτευτη. Η πατρική περιουσία έρχεται στα χέρια της και ένα πλήθος μνηστήρων την περικυκλώνει.
Δύσκολες στιγμές που αποκαλύπτουν τον χαρακτήρα του ανθρώπου και την γνησιότητα της ευσεβείας του. Να ήταν άλλη κοπέλα, θα προσπαθούσε μέσα στον γάμο να λησμονήσει τον πόνο για τον χαμό των γονιών της, ν’ αποφύγει την μοναξιά, να βρει βοηθό, για να αντιμετωπίσει μαζύ του τις δυσκολίες της ζωής. Ή θα μπορούσε να στραφεί προς το χειρότερο, να πέσει σε ξέφρενα γλέντια και ασωτείες, προσπαθώντας να σβήσει μέσα στο κρασί και την ηδονή τον πόνο της. Ή ακόμη, θα μπορούσε να αρχίσει να κατηγορεί τον Θεό και την θεία πρόνοια, για όσα συνέβαιναν στην ζωή της. Δεν έγινε τίποτα όμως απ’ αυτά. Ούτε γάμος ούτε ασωτείες ούτε μοιρολόγια ούτε κατηγορίες προς τον Θεό. Μοίρασε τα πλούτη της στους πτωχούς, απέφυγε κάθε συνοικέσιο και αφιερώθηκε στον Χριστό, αναπτύσσοντας μάλιστα και έντονη ιεραποστολική δράση. Και αυτά σε μια εποχή που η ιεραποστολή δεν ήταν ελεύθερη, αλλά προκαλούσε το μένος και την οργή των ειδωλολατρών.
Η Παρασκευή άρχισε να εργάζεται ιεραποστολικά όλο και ποιο έντονα. Η δράση όμως δημιουργεί και αντίδραση. Και στην περίπτωση της αγίας Παρασκευής δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Συλλαμβάνεται, γίνονται προσπάθειες με γλυκά λόγια και τιμές και δόξες να δελεασθεί και όταν βλέπουν ότι αποτυγχάνουν αρχίζουν τα μαρτύρια. Αυτή είναι η τακτική του Σατανά. Πρώτα παρουσιάζει τα θέλγητρα και μετά παρουσιάζει τα φόβητρα, λέγει ο μέγας Βασίλειος. Έτσι έγινε και στην περίπτωση της αγίας Παρασκευής· όταν είδαν ότι δεν δελεάζεται, την φόρεσαν σιδερένια πυρακτωμένη περικεφαλαία, κάψανε τους βραχίονες της με λαμπάδες, την ρίξανε σε καζάνι με λάδι και πίσσα, και στο τέλος την αποκεφαλίσανε.
τους χρόνους του Ρωμαίου αυτοκράτορα Αντωνίνου, τον 2μ.Χ. αιώνα. Η αγία Παρασκευή είχε το ευτύχημα να γεννηθεί από ευσεβείς γονείς, τον Αγάθωνα και την Πολιτεία. Η γέννηση της μάλιστα ήταν καρπός των θερμών προσευχών των γονέων της, οι οποίοι επειδή ήταν άτεκνοι για πολλά χρόνια, με θέρμη παρακαλούσαν τον Θεό να τους χαρίσει ένα τέκνο, για να το αναθρέψουν «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου». Έτσι η αγία Παρασκευή ανετράφη μέσα σε μία χριστιανική ατμόσφαιρα, μέσα σ’ ένα άγιο περιβάλλον.
Τα χρόνια περνούν, η Παρασκευή μεγαλώνει, αναπτύσσοντας τις γνώσεις και την μόρφωσή της, συγχρόνως όμως καλλιεργώντας την ευσέβεια και την αρετή. Κάποτε, ενώ είναι πια στην ακμή της ηλικίας της, 20 ετών, στην ακμή της ομορφιάς της, της μορφώσεως και της αρετής, πεθαίνουν οι γονείς της και αυτή μένει μόνη και απροστάτευτη. Η πατρική περιουσία έρχεται στα χέρια της και ένα πλήθος μνηστήρων την περικυκλώνει.
Δύσκολες στιγμές που αποκαλύπτουν τον χαρακτήρα του ανθρώπου και την γνησιότητα της ευσεβείας του. Να ήταν άλλη κοπέλα, θα προσπαθούσε μέσα στον γάμο να λησμονήσει τον πόνο για τον χαμό των γονιών της, ν’ αποφύγει την μοναξιά, να βρει βοηθό, για να αντιμετωπίσει μαζύ του τις δυσκολίες της ζωής. Ή θα μπορούσε να στραφεί προς το χειρότερο, να πέσει σε ξέφρενα γλέντια και ασωτείες, προσπαθώντας να σβήσει μέσα στο κρασί και την ηδονή τον πόνο της. Ή ακόμη, θα μπορούσε να αρχίσει να κατηγορεί τον Θεό και την θεία πρόνοια, για όσα συνέβαιναν στην ζωή της. Δεν έγινε τίποτα όμως απ’ αυτά. Ούτε γάμος ούτε ασωτείες ούτε μοιρολόγια ούτε κατηγορίες προς τον Θεό. Μοίρασε τα πλούτη της στους πτωχούς, απέφυγε κάθε συνοικέσιο και αφιερώθηκε στον Χριστό, αναπτύσσοντας μάλιστα και έντονη ιεραποστολική δράση. Και αυτά σε μια εποχή που η ιεραποστολή δεν ήταν ελεύθερη, αλλά προκαλούσε το μένος και την οργή των ειδωλολατρών.
Η Παρασκευή άρχισε να εργάζεται ιεραποστολικά όλο και ποιο έντονα. Η δράση όμως δημιουργεί και αντίδραση. Και στην περίπτωση της αγίας Παρασκευής δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Συλλαμβάνεται, γίνονται προσπάθειες με γλυκά λόγια και τιμές και δόξες να δελεασθεί και όταν βλέπουν ότι αποτυγχάνουν αρχίζουν τα μαρτύρια. Αυτή είναι η τακτική του Σατανά. Πρώτα παρουσιάζει τα θέλγητρα και μετά παρουσιάζει τα φόβητρα, λέγει ο μέγας Βασίλειος. Έτσι έγινε και στην περίπτωση της αγίας Παρασκευής· όταν είδαν ότι δεν δελεάζεται, την φόρεσαν σιδερένια πυρακτωμένη περικεφαλαία, κάψανε τους βραχίονες της με λαμπάδες, την ρίξανε σε καζάνι με λάδι και πίσσα, και στο τέλος την αποκεφαλίσανε.
Δευτέρα 23 Απριλίου 2012
ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΣ
Ο Άγιος Γεώργιος, αποκαλούμενος από την Ορθόδοξη Εκκλησία Μεγαλομάρτυς και Τροπαιοφόρος, είναι από τους
δημοφιλέστερους αγίους σε ολόκληρο το Χριστιανικό (και μη) κόσμο. Η μνήμη του
τιμάται στις 23 Απριλίου ή για τις Εκκλησίες που πηγαίνουν σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο, όπου εάν η ημέρα συμπέσει πριν την Ανάσταση, μετατίθεται τη Δευτέρα της Διακαινησίμου. Ο Άγιος
Γεώργιος θεωρείται Άγιος της Καθολικής, της Αγγλικανικής, της Ορθόδοξης, της Λουθηρανικής, της Αγγλικανικής και της Αρμενικής Εκκλησίας.
Πρώτα Χρόνια
Γεννήθηκε μεταξύ των ετών 280-285 μ.Χ., πιθανώς στην περιοχή της Αρμενίας, από τον Έλληνα Συγκλητικό, στρατηλάτη στο αξίωμα, κατά τους χρόνους του
αυτοκράτορα Διοκλητιανού, Γερόντιο. Εκεί, σε ένα μοναστήρι της περιοχής, ο Άγιος δέχθηκε το Μυστήριο του Βαπτίσματος και έγινε μέλος της Εκκλησίας. Ο πατέρας του Αγίου, Γερόντιος, καταγόταν από πλούσια και επίσημη γενιά της Καππαδοκίας. Σε παλαιό χειρόγραφο αναφέρεται ότι γεννήθηκε στη
Σεβαστούπολη της Μικρής Αρμενίας, αρχικά ήταν ειδωλολάτρης και
αργότερα έγινε χριστιανός. Η σύζυγός του ονομαζόταν Πολυχρονία, ήταν χριστιανή
και καταγόταν από το γνωστό Λύδδα (Διάσπολη) της Παλαιστίνης. Όπως αναφέρουν οι πηγές, η οικογένεια του Αγίου,
όταν εκείνος ήταν σε μικρή ηλικία, μετοίκησε στη Λύδδα, λόγω του θανάτου του
πατρός του.
Ανέλιξη
Σε νεαρή ηλικία ο Γεώργιος
κατατάχθηκε στο ρωμαϊκό στρατό. Διακρίθηκε για την τόλμη και τον ηρωισμό του
και έλαβε το αξίωμα του Τριβούνου. Λίγο αργότερα ο Διοκλητιανός τον έκανε Δούκα (διοικητή) με τον τίτλο του Κόμητος (συνταγματάρχη) στο
τάγμα τον Ανικιώρων της αυτοκρατορικής φρουράς· «πολλάκις πρότερον μεγαλοπρεπώς διαπρέψας του των σχολών μετά ταύτα
πρώτου τάγματος κόμης κατ' εκλογήν προεβλήθη».
Μαρτύριο
Το 303 μ.Χ., όταν άρχισαν οι
διωγμοί του Διοκλητιανού, ο Άγιος Γεώργιος δε δίστασε να ομολογήσει τη
χριστιανική του πίστη, προκαλώντας το μένος του Διοκλητιανού, ο οποίος τον
υπέβαλε σε σειρά βασανιστηρίων. Η πίστη του Αγίου γίνεται αφορμή να βαπτιστούν
οι στρατιωτικοί Ανατόλιος και Πρωτολέων, Βίκτωρ και Ακίνδυνος, Ζωτικός και
Ζήνωνας, Χριστοφόρος και Σεβιριανός, Θεωνάς, Καισάριος και Αντώνιος, των οποίων
τη μνήμη εορτάζει η Εκκλησία στις 20 Απριλίου και η βασίλισσα Αλεξάνδρα, σύζυγος του Διοκλητιανού, μαζί με τους δούλους
της Απολλώ, Ισαάκιο και Κοδράτο, των οποίων η μνήμη τιμάται στις 21 Απριλίου.
Ο Διοκλητιανός δεν το περίμενε
και έφριξε με τη στάση του Γεωργίου. Τότε άρχισε για τον Άγιο μια σειρά φρικτών
βασανιστηρίων, αλλά και θαυμάτων, που έφεραν πολλούς ειδωλολάτρες στη
χριστιανική πίστη. Αφού τον λόγχισαν, ξέσκισαν τις σάρκες του με ειδικό τροχό
από μαχαίρια. Έπειτα, τον έριξαν σε λάκκο με βραστό ασβέστη και κατόπιν τον
ανάγκασαν να βαδίσει με πυρωμένα μεταλλικά παπούτσια. Από όλα αυτά ο Θεός τον
κράτησε ζωντανό και έγινε αιτία να εξευτελιστούν τα είδωλα και οι εκφραστές
τους.
Ο Άγιος μαρτύρησε προσευχόμενος,
«απετμήθη την κεφαλήν», την Παρασκευή 23 Απριλίου του έτους 303 μ.Χ. Κατά δε τον υπολογισμό του ιστορικού
Ευσεβίου, και σύμφωνα με το μακεδονικό ημερολόγιο, αντιστοιχούσε στην Παρασκευή
της Διακαινησίμου του Πάσχα. Κρυφά σήκωσαν οι Χριστιανοί το πάντιμο λείψανό
του και το έθαψαν, μαζί με αυτό της αγίας μητρός του, η οποία μαρτύρησε την
ίδια ή την επόμενη ημέρα. Ο πιστός υπηρέτης του Αγίου, Πασικράτης, εκτελώντας
την επιθυμία του Αγίου, παρέλαβε το άγιο λείψανο του Μάρτυρα, μαζί με αυτό της
μητέρας του και τα μετέφερε στη Λύδδα της Παλαιστίνης. Από εκεί, όπως
βεβαιώνουν οι πηγές, οι Σταυροφόροι πήραν τα ιερά λείψανα της Αγίας Πολυχρονίας και τα μετέφεραν στη Δύση.
Μετά το μαρτυρικό θάνατο του
Αγίου μαρτύρησαν και οι συνδέσμιοί του Ευσέβιος, Νέων, Λεόντιος, Λογγίνος και
άλλοι τέσσερις μαζί. Τη μνήμη τους τιμά η Εκκλησία στις 23 Απριλίου. Βλέπουμε ότι με κέντρο την ημέρα του μαρτυρίου του Αγίου δημιουργείται
μέσα στο λειτουργικό χρόνο της Εκκλησίας ένας εορτολογικός κύκλος, ο οποίος
καλλιεργείται περισσότερο από τα Τυπικά της Κωνσταντινούπολης, που ξεκινά στις
20 Απριλίου και τελειώνει στις 24 του αυτού μηνός. Ο εορτολογικός αυτός κύκλος
δείχνει την περίοπτη θέση του Μάρτυρος στη ζωή της Εκκλησίας. Από την
υμνογραφία της Ορθόδοξης Εκκλησίας κοσμείται με τα επίθετα «ο μαργαρίτης ο
πολύτιμος», «ο αριστεύς ο θείος», «ο λέων ο ένδοξος», «ο αστήρ ο πολύφωτος»,
«του Χριστού οπλίτης», «της ουρανίου στρατιάς ο συνόμιλος».
Τρίτη 17 Απριλίου 2012
ΑΓΙΟΣ ΡΑΦΑΗΛ, ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΙ ΑΓΙΑ ΕΙΡΗΝΗ ΟΙ ΝΕΟΦΑΝΕΙΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ
Οἱ Ἅγιοι Ραφαήλ ὁ Ἱερομάρτυρας,
Νικόλαος ὁ Ὁσιομάρτυρας καὶ Εἰρήνη ἡ Παρθενομάρτυς, συγκαταλέγονται στὴ
χορεία τῶν Νεοφανῶν Ἁγίων καὶ μάλιστα ἐκείνων ποὺ μαρτύρησαν σχεδὸν
ἀμέσως μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Σχετικὰ μὲ τὸν βίο τους
γνωρίζουμε λίγα πράγματα. Οἱ πρῶτες πληροφορίες γιὰ τὴν ὕπαρξη τῶν Ἁγίων
ἱστοροῦνται μὲ θαυματουργικὸ καὶ ἀποκαλυπτικὸ τρόπο ἀπὸ τὸ ἔτος 1959.
Ἀπὸ μία ἀνασκαφὴ ποὺ ἔγινε στὴ Θερμὴ τῆς Λέσβου, ἀνακαλύφθηκε ὁ τάφος
ἑνὸς ἀγνώστου προσώπου, ποὺ ὅπως ἀποκαλύφθηκε σὲ συνεχὴ ὁράματα, ἀνῆκε
στὸν Ἅγιο Ἱερομάρτυρα Ραφαήλ, ὁ ὁποῖος μαρτύρησε μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο
Ὁσιομάρτυρα Νικόλαο καὶ τὴν Ἁγία Εἰρήνη. Ὁ τάφος καὶ τὸ λείψανο τοῦ
Ἁγίου Νικολάου ἀνακαλύφθηκε στὶς 13 Ἰουνίου 1960.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὁ Ἅγιος Ραφαὴλ καταγόταν ἀπὸ τοὺς
Μύλους τῆς Ἰθάκης καὶ γεννήθηκε τὸ ἔτος 1410. Τὸ κοσμικό του ὄνομα ἦταν
Γεώργιος Λάσκαρης ἢ Λασκαρίδης καὶ ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Διονύσιος.
Πρὶν γίνει κληρικὸς εἶχε σταδιοδρομήσει στὸ βυζαντινὸ στρατὸ καὶ ἔφθασε
μάλιστα σὲ μεγάλο βαθμό. Σὲ ἡλικία τριάντα πέντε ἐτῶν γνώρισε ἕνα
ἀσκητικὸ καὶ σεβάσμιο γέροντα, τὸν Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος τὸν προσείλκυσε στὴν
ἐν Χριστῷ ζωή. Κάποια Χριστούγεννα ὁ γέροντας κατέβηκε ἀπὸ τὸν τόπο τῆς
ἀσκήσεώς του, γιὰ νὰ ἐξομολογήσει καὶ νὰ κοινωνήσει τοὺς στρατιῶτες καὶ
κήρυξε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Τότε ὁ ἀξιωματικὸς Γεώργιος, ὅταν ὁ γέροντας
κατέβηκε πάλι τὰ Θεοφάνεια, ἀποχαιρέτισε τοὺς στρατιῶτες καὶ τὸν
ἀκολούθησε.
Μετὰ τὴν κουρά του σὲ μοναχό,
χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, ἀλλὰ τιμήθηκε καὶ μὲ τὸ ὀφφίκιο τοῦ
ἀρχιμανδρίτου καὶ τοῦ πρωτοσυγκέλλου. Μαζὶ δὲ μὲ τὶς ἄλλες ἀποκαλύψεις, ὁ
Ἅγιος Ραφαὴλ ἀποκάλυψε ὅτι ἀπεστάλη ἀπὸ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη στὴν
Ἑσπερία, στὴν πόλη τῆς Γαλλίας ποὺ ὀνομάζεται Μορλαί, γιὰ νὰ ἐκπληρώσει
τὴν ἐντολὴ ποὺ τοῦ ἀνατέθηκε. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔλαβε χώρα λίγο πρὶν ἀπὸ
τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἀκόμη ἀπεκάλυψε ὅτι κήρυξε τὸν λόγο
τοῦ Εὐαγγελίου στὴν Ἀθήνα, στὸ λόφο ποὺ εἶναι τὸ μνημεῖο τοῦ Φιλοπάππου.
Λίγα χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴν ἅλωση τῆς
Κωνσταντινουπόλεως, περὶ τὸ ἔτος 1450, ὁ Ἅγιος βρέθηκε μετὰ ἀπὸ
περιπλανήσεις στὴν περιοχὴ τῆς Μακεδονίας καὶ μόναζε ἐκεῖ.
Κοντὰ στὸν Ἅγιο Ραφαὴλ βρισκόταν ἐκεῖνο
τὸ διάστημα ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὡς ὑποτακτικός. Ὁ Νικόλαος ἐκάρη μοναχὸς
καὶ στὴ συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος. Θεωρεῖται Θεσσαλονικεὺς στὴν
καταγωγή, ἂν καὶ ἀναφέρεται ὅτι γεννήθηκε στοὺς Ράγους τῆς Μηδίας τῆς
Μικρᾶς Ἀσίας. Ὡστόσο μεγάλωσε καὶ ἀνδρώθηκε στὴ Θεσσαλονίκη.
Μόλις ἔπεσε ἡ Κωνσταντινούπολη στὰ
χέρια τῶν Τούρκων, οἱ ὁποῖοι εἰσέβαλαν ὁρμητικὰ στὴ Θράκη καὶ καταλύθηκε
ὁριστικὰ ἡ βυζαντινὴ αὐτοκρατορία, ὁ φόβος γιὰ γενικοὺς διωγμοὺς κατὰ
τῶν Χριστιανῶν στάθηκε ὡς ἀφορμὴ νὰ καταφύγει ὁ Ἅγιος Ραφαὴλ μὲ τὴν
συνοδεία του ἀπὸ τὸ λιμάνι τῆς Ἀλεξανδρουπόλεως, στὴ Μυτιλήνη. Ἐκεῖ
ἐγκαταστάθηκε μαζὶ μὲ ἄλλους μοναχοὺς στὴν παλαιὰ μονὴ τοῦ Γενεσίου τῆς
Θεοτόκου, ἡ ὁποία στὸ παρελθὸν ἦταν γυναικεία καὶ ἦταν χτισμένη στὸ λόφο
Καρυές, κοντὰ στὸ χωριὸ Θέρμη. Ἡγούμενος τῆς μονῆς ἐξελέγη στὴν
συνέχεια ὁ Ἅγιος Ραφαήλ.
Ἔπειτα ἀπὸ μερικὰ χρόνια, τὸ ἔτος 1463,
ἡ Λέσβος ἔπεσε στὰ χέρια τῶν Τούρκων, οἱ ὁποῖοι σὲ μία ἐπιδρομὴ τους
στὸ μοναστήρι, συνέλαβαν τὸν Ἅγιο Ραφαὴλ καὶ τὸν Ἅγιο Νικόλαο, τὴ Μεγάλη
Πέμπτη τοῦ ἰδίου ἔτους. Ἀκολούθησαν σκληρὰ καὶ ἀνηλεὴ βασανιστήρια καὶ ὁ
Ἅγιος Ραφαὴλ μαρτύρησε διὰ σφαγῆς μὲ πολὺ σκληρὸ τρόπο. Τὸν ἔσυραν
βιαίως τραβώντας τὸν ἀπὸ τὰ μαλλιὰ καὶ τὴν γενειάδα, τὸν κρέμασαν ἀπὸ
ἕνα δένδρο, τὸν χτύπησαν βάναυσα, τὸν τρύπησαν μὲ τὰ πολεμικά τους
ὄργανα, ἀφοῦ προηγουμένως τὰ πυράκτωσαν σὲ δυνατὴ φωτιὰ καὶ τελικὰ τὸν
ἔσφαξαν πριονίζοντας τὸν ἀπὸ τὸ στόμα.
Σὲ μερικὲς ἐμφανίσεις του ὁ Ἅγιος
Ραφαὴλ φαίνεται νὰ συνοδεύεται ἀπὸ πολλούς, δορυφορούμενους τρόπον τινά,
οἱ ὁποῖοι διάνυσαν πρὶν ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἀσκητικὸ βίο στὴ μονὴ τῶν Καρυῶν,
ὅπως εἶπε σὲ ἐκείνους ποὺ τὰ ἔβλεπαν αὐτά. Ἀποκάλυψε ἐπίσης, ὅτι ἡ μονὴ
αὐτή, ἡ ὁποία εἶναι γυναικεία, ὑπέστη ἐπιδρομὴ ἀπὸ τοὺς αἱμοχαρεῖς
πειρατὲς κατὰ τὸ ἔτος 1235 μ.Χ. Κατὰ τὴν ἐπιδρομὴ ἐκείνη ἀγωνίσθηκε
μαζὶ μὲ τὶς ἄλλες μοναχὲς τὸν ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ καλὸ ἀγῶνα ἡ καταγόμενη
ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο ἡγουμένη Ὀλυμπία καὶ ἡ ἀδελφή της Εὐφροσύνη. Ἡ
Ὀλυμπία τελειώθηκε ἀθλητικῶς στὶς 11 Μαΐου τοῦ ἔτους 1235, ἐμφανίσθηκε
δὲ μαζὶ μὲ τὸν μεγάλο καὶ θαυματουργὸ Ἅγιο Ραφαήλ.
Ὁ Ἅγιος Νικόλαος πέθανε μετὰ ἀπὸ βασανισμούς, ἀπὸ ἀνακοπὴ καρδιᾶς, δεμένος σὲ ἕνα δένδρο.
Μαζὶ μὲ τοὺς Ἁγίους συνάθλησε καὶ ἡ
μόλις δώδεκα χρονῶν νεάνιδα Εἰρήνη, θυγατέρα τοῦ Βασιλείου, προεστοῦ τῆς
Θέρμης, ἡ ὁποία καὶ ἐμφανίζεται μαζί τους. Αὐτὴ μαρτύρησε ὡς ἑξῆς: Οἱ
ἀσεβεῖς ἀλλόθρησκοι τῆς ἀπέκοψαν τὸ ἕνα χέρι καὶ ἀκολούθως τὴν ἔβαλαν σὲ
ἕνα πιθάρι καὶ κατέκαυσαν τὴν ἁγνὴ αὐτὴ παρθένο, ὑπὸ τὰ βλέμματα τῶν
δύστυχων γονέων της, οἱ ὁποῖοι καὶ θρηνοῦσαν γοερὰ γιὰ τὸν φρικτὸ θάνατο
τοῦ παιδιοῦ τους.
Μὲ τοὺς Ἁγίους συνεμαρτύρησαν ὁ
μνημονευθεῖς πατέρας τῆς Ἁγίας Εἰρήνης, Βασίλειος, ἡ σύζυγός του Μαρία,
τὸ μόλις πέντε ἐτῶν παιδί τους Ραφαήλ, ἡ ἀνεψιά τους Ἑλένη, ὁ δάσκαλος
Θεόδωρος καὶ ὁ ἰατρὸς Ἀλέξανδρος, τῶν ὁποίων τὰ ὀστὰ βρέθηκαν κοντὰ
στοὺς τάφους τῶν Ἁγίων, μέσα σὲ ξεχωριστοὺς τάφους. Τὸ μαρτύριό τους
συνέβη τὴν Τρίτη τῆς Διακαινησίμου, στὶς 9 Ἀπριλίου τοῦ ἔτους 1463.
Ἔπειτα ἀπὸ θαυματουργικὲς ὑποδείξεις
τῶν Ἁγίων Ραφαήλ, Νικολάου καὶ Εἰρήνης, ἔγινε γνωστὴ ἡ ὕπαρξη τῶν
λειψάνων τους καὶ ὑποδείχθηκαν τὰ σημεῖα ὅπου βρίσκονταν οἱ τάφοι τους.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἐν Λέσβῳ, ἀθλήσαντες, ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ
Θεοῦ, αὐτὴν ἡγιάσατε, τῇ τῶν Λειψάνων ὑμῶν, εὑρέσει μακάριοι. Ὅθεν ὑμᾶς
τιμῶμεν, Ῥαφαὴλ θεοφόρε, ἅμα σὺν Νικολάῳ καὶ παρθένῳ Εἰρήνῃ, ὡς θείους
ἡμῶν προστάτας καὶ πρέσβεις πρὸς Κύριον.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιο τοῦ Ἁγίου Ραφαήλ. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῆς Ἰθάκης τὸν γόνον καὶ τῆς Λέσβου τὸ
καύχημα, Ὁσιομαρτύρων τὴν δόξαν Ῥαφαὴλ εὐφημήσωμεν· ἀρτίως γὰρ ἡμῖν
φανερωθείς, ἰάματα πηγάζει τοῖς πιστοῖς, καὶ κατ’ ὄναρ καὶ καθ’ ὕπαρ
ὑπερφυῶς, ὀπτάνεται τοῖς κράζουσι· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ
σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ ἐκπληροῦντι διὰ σοῦ, ἡμῶν τὰ αἰτήματα.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τοῦ θείου Λειψάνου σου, τῇ ἀνευρέσει
σοφέ, ἡ Λέσβος πεπλήρωται, τῆς ἐκ Θεοῦ δαψιλῶς, δοθείσης σοι χάριτος· σὺ
γὰρ Ὁσιομάρτυς, Ῥαφαὴλ παραδόξως, φαίνῃ πλείστοις ἀνθρώποις, καὶ ἰάσεις
παρέχεις· διὸ τοῖς θαυμασίοις σου, πιστοὶ εὐφραινόμεθα.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Οἱ ἐμφανῶς ὑπὲρ Χριστοῦ ἠθληκότες, καὶ
ὑπὸ γῆν χρόνοις πολλοῖς κεκρυμμένοι, ξενοπρεπῶς ἡμῖν ἐφανερώθησαν,
Ῥαφαὴλ Νικόλαος, καὶ Εἰρήνη ἡ θεία, καὶ οἱ συναθλήσαντες, μετ’ αὐτῶν
θεοφρόνως, οὓς ὡς προστάτας καὶ θαυματουργούς, Ὁσιομάρτυρας, πάντες
τιμήσωμεν.
Μεγαλυνάριον.
Τοὺς Ὁσιομάρτυρας τοῦ Χριστοῦ, Ῥαφαὴλ
τὸν θεῖον, καὶ Νικόλαον τὸν σεπτόν, ἅμα σὺν Εἰρήνη, τῆς Λέσβου τοὺς
προστάτας, ὡς πᾶσι βοηθοῦντας, ὕμνοις τιμήσωμεν.
Σάββατο 7 Απριλίου 2012
ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ
Κατά το Σάββατο του Λαζάρου, γιορτάζουμε την ανάσταση του Λαζάρου. Η
ανάσταση του Λαζάρου, αποτελεί ένα ακόμη θαύμα του Ιησού Χριστού.
Ο Λάζαρος, ζούσε στην Βιθυνία της Ιουδαίας. Αρρώστησε κάποια στιγμή βαριά και οι αδελφές του, Μάρθα και Μαρία στην προσπάθειά τους να τον βοηθήσουν απευθύνθηκαν στον Κύριο στην Γαλιλαία. Ο Ιησούς όμως έφτασε στην Βιθυνία, τέσσερις ημέρες μετά την ταφή του Λαζάρου. Ο Ιησούς προσευχήθηκε για αρκετή ώρα μπροστά από τον τάφο του Λαζάρου και στην συνέχεια ζήτησε να του ανοίξουν την πλάκα του τάφου. Μόλις συνέβη αυτό, Εκείνος είπε: «Λάζαρε δεύρο έξω».
Ο Λάζαρος μετά την εντολή του Κυρίου, σηκώθηκε – αναστήθηκε από τον τάφο. Έζησε για αρκετά χρόνια, όπου στο τέλος της ζωής του στην Κύπρο, έγινε επίσκοπος.
Σύμφωνα με τον θρύλο, λέγεται ότι ο Λάζαρος δεν μίλησε ποτέ για την τετραήμερη παραμονή του στον κάτω κόσμο. Μετά την ανάστασή του, γέλασε μόνο μια και μοναδική φορά και αυτό όταν είδε κάποιον να κλέβει μια πήλινη στάμνα. Όταν ρωτήθηκε γιατί γελάει, εκείνος απάντησε: «Δείτε, ο πηλός κλέβει τον πηλό»!
Ο Λάζαρος, ζούσε στην Βιθυνία της Ιουδαίας. Αρρώστησε κάποια στιγμή βαριά και οι αδελφές του, Μάρθα και Μαρία στην προσπάθειά τους να τον βοηθήσουν απευθύνθηκαν στον Κύριο στην Γαλιλαία. Ο Ιησούς όμως έφτασε στην Βιθυνία, τέσσερις ημέρες μετά την ταφή του Λαζάρου. Ο Ιησούς προσευχήθηκε για αρκετή ώρα μπροστά από τον τάφο του Λαζάρου και στην συνέχεια ζήτησε να του ανοίξουν την πλάκα του τάφου. Μόλις συνέβη αυτό, Εκείνος είπε: «Λάζαρε δεύρο έξω».
Ο Λάζαρος μετά την εντολή του Κυρίου, σηκώθηκε – αναστήθηκε από τον τάφο. Έζησε για αρκετά χρόνια, όπου στο τέλος της ζωής του στην Κύπρο, έγινε επίσκοπος.
Σύμφωνα με τον θρύλο, λέγεται ότι ο Λάζαρος δεν μίλησε ποτέ για την τετραήμερη παραμονή του στον κάτω κόσμο. Μετά την ανάστασή του, γέλασε μόνο μια και μοναδική φορά και αυτό όταν είδε κάποιον να κλέβει μια πήλινη στάμνα. Όταν ρωτήθηκε γιατί γελάει, εκείνος απάντησε: «Δείτε, ο πηλός κλέβει τον πηλό»!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)











