Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΟΥ ΜΥΡΟΒΛΗΤΟΥ

Στη θε­ο­φύ­λα­κτη μη­τρό­πο­λη των Θεσ­σα­λο­νι­κέ­ων, γεν­νή­θη­κε το 280 και με­γά­λω­σε ο Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρας του Χρι­στού Δη­μή­τριος ο ω­ραι­ό­τε­ρος της καρ­πός, πα­νέ­μορ­φος στην μορ­φή και την ψυ­χή, γλυ­κύς στα λό­για του και στους τρό­πους του. Τό­τε Καί­σα­ρας της Α­χαι­ας και Μα­κε­δο­νί­ας ή­ταν Μα­ξι­μια­νός Γα­λέ­ριος (284-305 μ.Χ.). Ο Ρω­μαί­ος Αυ­το­κρά­το­ρας Δι­ο­κλη­τια­νός πα­ρα­κι­νού­με­νος α­πό τον Καί­σα­ρα Γα­λέ­ριο, μέ­λος της Τε­τραρ­χί­ας, ε­ξα­πέ­λυ­σε α­λη­θι­νό πό­λε­μο ε­ναν­τί­ον των χρι­στια­νών. Ο χρι­στι­α­νι­σμός, που εί­χε ε­ξα­πλω­θεί α­πό την Πα­λαι­στί­νη ως τον Πόν­το και α­πό τη Μι­κρα­σί­α, ως την Ελ­λά­δα και την Ί­τα­λία, έ­χει να ε­πι­δεί­ξει την έ­πο­χή αυ­τή α­να­ρίθ­μη­τες θυ­σί­ες και μαρ­τυ­ρι­κούς θα­νά­τους, με α­πο­τέ­λε­σμα, η ε­πο­χή αυ­τή να μεί­νει γνω­στή στην ι­στο­ρί­α σαν ε­πο­χή μαρτύ­ρων του χρι­στι­α­νι­σμού.

Με τον ερ­χο­μό του 4ου αι. ο χρι­στι­α­νι­σμός εί­χε ή­δη ε­δραι­ω­θεί στην πό­λη της Θεσ­σα­λο­νί­κης, με πο­λυ­ά­ριθ­μους χρι­στια­νούς και Εκ­κλη­σί­ες ορ­γα­νω­μέ­νες κα­τά τα πρό­τυ­πα της δι­δα­σκα­λί­ας των Α­γί­ων Α­πο­στό­λων. Ε­κλε­κτό μέ­λος της Εκ­κλη­σί­ας των Θεσ­σα­λο­νι­κέ­ων ή­ταν και ο Α­γιος Δη­μή­τριος. Προ­ερ­χό­ταν α­πό ευ­σε­βείς γο­νείς, τους πλέ­ον ε­πι­σή­μους άρ­χον­τες των Μα­κε­δό­νων. Ο πα­τέ­ρας του κα­τα­γό­ταν α­πό ξε­χω­ρι­στό γέ­νος, ή­ταν ό­μως και στην ψυ­χή α­κό­μη πιο ξε­χω­ρι­στός. Ο Δη­μή­τριος εί­χε προι­κι­στεί α­πό τον Δω­ρε­ο­δό­τη κά­θε ά­γα­θού με πλή­θος σω­μα­τι­κών και πνευ­μα­τι­κών χα­ρι­σμά­των. Εί­χε εν­τυ­πω­σια­κή σε­μνό­τη­τα, ά­φθο­νη πε­ρι­ου­σί­α, με­γά­λη σω­μα­τι­κή δύ­να­μη, ο­μορ­φιά μο­να­δι­κή, και ευ­γέ­νεια στο ή­θος του. Στα χα­ρί­σμα­τα αυ­τά προ­στέ­θη­κε η μόρ­φω­ση και η παι­δεί­α. Με την πνευ­μα­τι­κή του υ­πε­ρο­χή, την ω­ραί­α του εμ­φά­νι­ση, την ευ­σέ­βεια και την ή­θι­κή του γεν­ναι­ό­τη­τα ο Δη­μή­τριος έ­γι­νε πο­λύ γρή­γο­ρα γνω­στός σε ο­λό­κλη­ρη την πό­λη, και προ­βλή­θη­κε ως το ι­δε­ώ­δες τε­λεί­ου αν­θρώ­που. Κα­τα­γι­νό­ταν κυ­ρί­ως στο να μα­θαί­νει το κα­λό και να γυ­μνά­ζε­ται στην πο­λε­μι­κή τέ­χνη, δι­ό­τι έ­τσι συν­δύ­α­ζε ά­ρι­στα τη φρό­νη­ση και την αν­δρεί­α με την στρα­τη­γι­κή πεί­ρα. Η φή­μη του έ­φθα­σε και μέ­χρι το βα­σι­λιά Μα­ξι­μια­νό Γα­λέ­ριο, ο ό­ποι­ος ε­κτι­μών­τας τις α­ρε­τές του τον προ­σέ­λα­βε αρ­χι­κώς ως μέ­λος της συγ­κλή­του της πό­λε­ως και στη συ­νε­χεια τον τί­μη­σε με το α­ξί­ω­μα του Δού­κα, δι­ο­ρί­ζον­τας τον στρα­τη­γό ό­λης της Θεσ­σα­λί­ας.

Ως χρι­στια­νός ο Δη­μή­τριος, δεν πε­ρι­ο­ρί­στη­κε μό­νο στη λα­τρεί­α του μό­νου και ά­λη­θι­νού Θε­ού, άλ­λα προ­χώ­ρη­σε με ζέ­ση και ζή­λο στο ι­ε­ρα­πο­στο­λι­κό έρ­γο, φω­τί­ζον­τας και δι­δά­σκον­τας τό­σο με τη φω­τει­νή πα­ρου­σί­α του, ό­σο και με τους κα­τη­χη­τι­κούς λό­γους του, σπεί­ρον­τας τον σπό­ρο του Ευ­αγ­γε­λί­ου στην α­γα­θή γη των Θεσ­σα­λο­νι­κέ­ων.

Μ’ αυ­τό τον τρό­πο ο σο­φός, παρ­θέ­νος και ό­σιος, πάγ­κα­λος και πα­να­μώ­μη­τος Δη­μή­τριος, α­να­δεί­χθη­κε δι­δά­σκα­λος και α­πό­στο­λος. Η μόρ­φω­ση και η παι­δεί­α, που εί­χε ά­να­μιγ­μέ­νη με τη χά­ρη του Πα­να­γί­ου Πνεύ­μα­τος, κα­τέ­στη ό­πλο και α­μυν­τή­ριο και οι­κο­δο­μι­κό ερ­γα­λεί­ο και γε­ωρ­γι­κή σκα­πά­νη και ά­ρο­τρο και α­λι­ευ­τι­κή σα­γή­νη, ώ­στε κα­νείς δεν μπο­ρού­σε να άν­τι­στα­θεί στη σο­φί­α του Δη­μη­τρί­ου. Καλ­λι­ερ­γών­τας έ­τσι ο Δη­μή­τριος τον αμ­πε­λώ­να του Κυ­ρί­ου της α­γα­πη­μέ­νης του πό­λε­ως, κα­τα­γρά­φον­τας τα ρή­μα­τα της αι­ω­νί­ου ζω­ής στις καρ­δι­ές των Θεσ­σα­λο­νι­κέ­ων ει­δω­λο­λα­τρών, πε­ρι­έ­λα­βε στη σα­γή­νη του κη­ρύγ­μα­τος του ε­κτός α­πό τη Θεσ­σα­λο­νί­κη, την Ατ­τι­κή και την Α­χαι­α, ώ­στε να κα­τα­στεί α­πό τό­τε α­κό­μη με τα θεί­α του λό­για θαύ­μα και εύ­ω­δία Χρί­στου. Ο Μάρ­τυς συ­νή­θι­ζε να δι­δά­σκει στη Χαλ­κευ­τι­κή Στο­ά, σε υ­πό­γει­ο του Να­ού της Α­ει­παρ­θέ­νου Θε­ο­μή­το­ρος, που ο­νο­μα­ζό­ταν Κα­τα­φυ­γή, κον­τά στο δη­μό­σιο λου­τρό.

Η­δη ο αυ­το­κρά­τωρ Μα­ξι­μια­νός κα­θώς βρι­σκό­ταν στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, για να συγ­κεν­τρώ­σει στρα­τό ε­ναν­τί­ον των Ί­σαύ­ρων, ε­κτι­μών­τας το λαμ­πρό, πε­ρί­δο­ξο και πε­ρί­βλε­πτο γέ­νος του Δη­μη­τρί­ου, ο­πως ε­πί­σης και τις α­ρε­τές που συγ­κέν­τρω­νε, τον εί­χε α­να­κη­ρύ­ξει αν­θύ­πα­το ό­λης της Ελ­λά­δος δί­νον­τάς του την α­νά­λο­γη στρα­τι­ω­τι­κή στο­λή, το δα­κτυ­λί­δι και το υ­πα­τι­κό δι­ά­δη­μα, τα ό­ποι­α έ­φε­ρε ως δι­α­κρι­τι­κά της στρα­τι­ω­τι­κής ε­ξου­σί­ας του, αλ­λά και ως μυ­στι­κά σύμ­βο­λα της δι­δα­σκα­λι­κής α­ξί­ας και προ­ε­δρί­ας, που μυ­στι­κά του χά­ρι­σε ο α­λη­θι­νός και ου­ρά­νιος Βα­σι­λεύς του, ο Χρι­στός.

Ο βα­σι­λιάς Μα­ξι­μια­νός, α­φού υ­πέ­τα­ξε τους Σκύ­θες και τους Σαυ­ρο­μά­τες, ε­πέ­στρε­ψε νι­κη­τής και τρο­παι­ού­χος θυ­σι­ά­ζον­τας στα εί­δω­λα α­πό ό­σες πό­λεις δι­έ­βαι­νε. Ήλ­θε και στη Θεσ­σα­λο­νί­κη και με­ρι­κοί α­πό τους ει­δω­λο­λά­τρες της πό­λης, έ­χον­τας στην καρ­διά τους τον δι­ά­βο­λο και ε­πι­θυ­μών­τας να τι­μη­θούν α­πό τον βα­σι­λιά του εί­παν:

- Με­γα­λει­ώ­τα­τε, σε πα­ρα­κα­λου­με να μας α­κού­σεις, δι­ό­τι ε­πι­θυ­μού­με το συμ­φέ­ρον της βα­σι­λεί­ας σου. Γνώ­ρι­σε λοι­πόν, πως ο Δη­μή­τριος, ο ό­ποι­ος τι­μή­θη­κε με το βαθ­μό του η­γε­μό­νος της Θεσ­σα­λί­ας, αρ­νή­θη­κε την πα­ρα­δο­σια­κή θρη­σκεί­α και πι­στεύ­ει στον Χρι­στό, ε­κεί­νον τον ό­ποι­ο σταύ­ρω­σαν οι Ε­βραί­οι. Ε­πι­πλέ­ον, κη­ρύτ­τει φα­νε­ρά αυ­τόν τον Χρι­στό ως Θε­ό α­λη­θι­νό. Και κα­θη­με­ρι­νώς α­κού­νε τους πλα­νη­μέ­νους λό­γους του οι άν­θρω­ποι, α­φή­νουν την θρη­σκεί­α τους και γί­νον­ται Χρι­στια­νοί.

Ο βα­σι­λιάς, ο­ταν ά­κου­σε αυ­τά τα λό­για, αρ­χι­κά λυ­πή­θη­κε, δι­ό­τι θα έ­χα­νε τέ­τοι­ο άν­θρω­πο, έ­πει­τα ό­μως, θέ­λον­τας να δι­α­πι­στώ­σει και ο ί­διος την α­λή­θεια, δι­έ­τα­ξε να τον φέ­ρουν μπρο­στά του. Πή­γαν οι άν­θρω­ποι του βα­σι­λιά στην Κα­τα­φυ­γή και βρη­καν τον Ά­γιο να κά­θε­ται και να δι­δά­σκει το λό­γο του Θε­ού, ο­πό­τε τον άρ­πα­ξαν α­μέ­σως και τον πα­ρου­σί­α­σαν στον βα­σι­λιά. Ο Α­γιος δεν αν­τι­στά­θη­κε κα­θό­λου, αλ­λά με χα­ρά στά­θη­κε μπρο­στά του.
Ο βα­σι­λιάς λέ­ει προς τον Δη­μή­τριο:
— Τέ­τοι­α τι­μή πε­ρί­με­να να μου δώ­σεις; Ε­τσι έλ­πι­ζα να με τι­μάς και σε α­νε­βί­βα­σα σε τέ­τοι­ο βαθ­μό; Ε­γώ σε α­νέ­δει­ξα η­γε­μό­να της Θεσ­σα­λο­νί­κης και συ δεν βγή­κες α­πό την πό­λη ού­τε έ­να μί­λι για να με πρου­παν­τή­σεις;
Α­φού ά­κου­σε αυ­τά ο Α­γιος α­πάν­τη­σε:
— Βα­σι­λιά μου, ε­γώ τι­μώ τη βα­σι­λεί­α σου, τι­μώ ό­μως πε­ρισ­σό­τε­ρο ά­πό ε­σέ­να τον Θε­ό του ου­ρα­νού και της γης, ο ό­ποι­ος εί­ναι βα­σι­λιάς ό­λου του κό­σμου.
— Και ποι­ος ει­ναι ο Θε­ός σου και βα­σι­λεύς;.
Ο Α­γιος α­πάν­τη­σε:
Ο Κύ­ριος Ι­η­σούς Χρι­στός, ε­κεί­νος εί­ναι Θε­ός α­λη­θι­νός και Βα­σι­λεύς Παν­το­κρά­τωρ.
Ο βα­σι­λιάς του λέ­γει πά­λι:
— Λοι­πόν αυ­τόν πι­στεύ­εις ε­σύ και γι’ αυ­τό δεν μας κα­τα­δέ­χε­σαι, α­νά­ξι­ε της τι­μής; Και τι κα­λό εί­δες ά­πό τον Χρι­στό σου και τον έ­χεις Θε­ό και Βα­σι­λέ­α; Δεν εί­ναι θε­ός οΔί­ας, ο Α­πόλ­λων και οι υ­πό­λοι­ποι, αλλ ο Χρι­στός σου; Δεν σε τί­μη­σα ε­γώ και σε δι­ό­ρι­σα η­γε­μό­να της Θεσ­σα­λί­ας; Αυ­τά α­πο­δί­δεις σε ­μας α­χά­ρι­στε άν­θρω­πε; Τέ­τοι­ος φαί­νε­σαι στους με­γά­λους θε­ούς και ­μας; Έ­γώ λοι­πόν θα σου αν­τα­πο­δώ­σω κα­τά τη μο­λυ­σμέ­νη γνώ­μη σου. Θα βα­σα­νι­σθείς και θα τι­μω­ρη­θείς με πολ­λά βα­σα­νι­στή­ρια για να μά­θεις ποι­ος εί­μαι ε­γώ και ποι­ος εί­σαι έ­σύ, και τι μπο­ρεί να κά­νει ο Θε­ός σου για σέ­να.
Ο Α­γιος ά­πο­κρί­θη­κε:
— Βα­σι­λιά, τις τι­μω­ρί­ες και τα βά­σα­να με τα ό­ποι­α με α­πει­λείς, έ­γώ τα θε­ω­ρώ ωςχα­ρά και α­γαλ­λί­α­ση δι­ό­τι αυ­τά θα μου χα­ρί­σουν τη βα­σι­λεί­α των ου­ρα­νών και α­τε­λεί­ω­τη τι­μή.
Ο βα­σι­λιάς θύ­μω­σε υ­περ­βο­λι­κά ε­ναν­τί­ον του Δη­μη­τρί­ου. Ε­πει­τα ό­μως, θέ­λοντας να δείξει κάποια υποχωρη­τι­κό­τητα, πρό­στα­ξε να τον φυ­λα­κί­σουν, συλ­λο­γι­ζό­με­νος ό­τι, αν ε­ξευ­τε­λι­σθεί και φυ­λα­κι­σθεί, θ’ α­ναγ­κα­σθεί να αλ­λά­ξει γνώ­μη. Πή­ραν οι στρα­τι­ώ­τες το Α­γιο και τον ο­δή­γη­σαν σε τό­πο α­κά­θαρ­το δη­λα­δή σε πα­λαι­ό λου­τρό στα υ­πό­γεια του ο­ποί­ου χύ­νον­ταν α­πό­νε­ρα. Κα­θώς μπή­κε ο Α­γιος στον τό­πο ε­κεί­νο, εί­δε μπρο­στά του έ­να με­γά­λο σκορ­πιό ο ό­ποι­ος προ­σπα­θού­σε να τον κεν­τρή­σει. Ο Α­γιος έ­κα­νε το ση­μεί­ο του Τι­μί­ου Σταύ­ρου και εί­πε:
— Στο ό­νο­μα του Ί­η­σού Χρί­στου, ο ό­ποι­ος εί­πε να πα­τά­με πά­νω σε φί­δια και σκορ­πιούς και σ’ ό­λη τη δύ­να­μη του ε­χθρού.
Αυ­τό εί­πε και πά­τη­σε ε­κεί­νο τον σκορ­πιό, και α­μέ­σως εμ­φα­νί­σθη­κε Αγ­γε­λος Κυ­ρί­ου πά­νω του, κρα­τών­τας στε­φά­νι χρυ­σό, και του εί­πε:
— Χαί­ρε Δη­μή­τρι­ε στρα­τι­ώ­τη του Χριστού, έ­χε θάρ­ρος, γέ­­μι­σε με τη δύ­να­μη του Χρι­στού και νί­κα τους ε­χθρούς σου.
Και έ­βα­λε το στε­φά­νι στο κε­φά­λι του μάρ­τυ­ρα. Ο Α­γιος πα­ρέ­μει­νε στον βρω­με­ρό ε­κεί­νο τό­πο, στε­ρη­μέ­νος α­πό τη συ­να­να­στρο­φή αν­θρώ­πων, έ­χον­τας ό­μως την πα­ρη­γο­ρί­α α­πό τον Θε­ό.
Ο πα­ρά­νο­μος βα­σι­λιάς, χαι­ρό­ταν να βλέ­πει στις θυ­σί­ες των ει­δώ­λων αι­μα­το­χυ­σί­ες και φό­νους αν­θρώ­πων. Πρό­στα­ξε τό­τε να ε­κτε­λέ­σουν τον ά­γω­να του πεν­τά­θλου, δι­ό­τι οι βα­σι­λείς των Ελ­λή­νων εί­χαν αυ­τή την συ­νή­θεια. Σε ό­ποι­α πό­λη πή­γαι­ναν για πρώ­τη φο­ρά, έ­βα­ζαν τους αν­θρώ­πους και έ­τρε­χαν, πά­λευ­αν, έ­ρι­χναν τον λί­θο, πη­δού­σαν και σκό­πευ­αν με τα δό­ρα­τα συγ­κε­κρι­μέ­νους στό­χους. Αυ­τά τα πέν­τε α­γω­νί­σμα­τα τα ο­νό­μα­ζαν πέν­τα­θλο και ό­ποι­ος νι­κού­σε σε έ­να ά­πό αυ­τά, τον τι­μού­σαν οι βα­σι­λείς και του πρό­σφε­ραν δώ­ρα. Ο βα­σι­λιάς κά­θη­σε σε τό­πο υ­ψη­λό για να βλέ­πει τα α­γω­νί­σμα­τα. Ε­νας ά­πό αυ­τούς που πά­λευ­αν ή­ταν άν­θρω­πος του βα­σι­λιά και ο­νο­μα­ζό­τανΛυα­ίος και ή­ταν από τη Σκυ­θί­α. Η­ταν ψη­λός και δυ­να­τός και ο βα­σι­λιάς τον εί­χε μα­ζί του για να του προ­ξε­νεί τι­μή και έ­παι­νο. Ο βα­σι­λιάς για τις νί­κες του του χά­ρι­ζε πλού­σια δώ­ρα.
Κά­ποι­ος νέ­ος α­πό την Θεσ­σα­λο­νί­κη, ω­ραί­ος στην ό­ψη, ο Α­γιος Νέ­στο­ρας, ο ό­ποι­ος ή­ταν κρυ­φός χρι­στια­νός και γνω­στός του Α­γί­ου Δη­μη­τρί­ου, βλέ­πον­τας τον Λυα­ιο να σκο­τώ­νει τους αν­θρώ­πους και ο βα­σι­λιάς να ευ­χα­ρι­στεί­ται για τις νί­κες του, αλ­λά και θέ­λον­τας να δει τη δύ­να­μη του α­λη­θι­νού Χρι­στού του Θε­ου, πή­γε στο λου­τρόπου ή­ταν κλει­σμέ­νος ο Α­γιος Δη­μή­τριος και του ει­πε:
Δού­λε του Θε­ού, του Κυ­ρί­ου η­μων Ι­η­σού Χρι­στού και α­φέν­τη μου, ο μια­ρός βα­σι­λιάς χαί­ρε­ται με τις πρά­ξεις του Λυα­ίου. Η ψυ­χή μου ε­πι­θυ­μεί να πα­λέ­ψει μα­ζί του. Μό­νο ευ­λό­γη­σέ με και εν­δυ­νά­μω­σέ με να πά­ω να τον νι­κή­σω. Τό­τε ο Α­γιος Δη­μή­τριος έ­κα­νε το ση­μεί­ο του σταυ­ρού στο μέ­τω­πο του Νέ­στο­ρος και του εί­πε:
— Πή­γαι­νε. Και το Λυα­ίο θα νι­κή­σεις και για τον Χρι­στό θα μαρ­τυ­ρή­σεις.
Α­να­χώ­ρη­σε λοι­πόν ο Νέ­στο­ρας και πή­γε στον τό­πο που γι­νό­ταν ο α­γώ­νας της πά­λης και α­μέ­σως φώ­να­ξε:
— Ω Λυα­ιε, έ­λα να πα­λέ­ψου­με οι δυ­ο.
Ο βα­σι­λιάς, ο ό­ποι­ος κα­θό­ταν σε ψη­λό­τε­ρο μέ­ρος, μό­λις ει­δε τον Νέ­στο­ρα, νέ­ο στην η­λι­κί­α, 20 ε­των, μή­νυ­σε σ’ αυ­τόν να πά­ει μπρο­στά του και του εί­πε:
— Νε­α­νί­α, δεν λυ­πή­θη­κες τη ζω­ή σου, αλλ ήλ­θες να πα­λαί­ψεις με τον Λυα­ιο; Δεν βλέ­πεις πό­σους νί­κη­σε; Δεν βλέ­πεις πό­σα αί­μα­τα έ­χυ­σε; Δεν λυ­πά­σαι την ο­μορ­φιά και τα νεια­τα σου; Μή­πως α­ναγ­κά­ζε­σαι α­πό τη φτώ­χεια να ε­πι­θυ­μείς τον θά­να­το σου; Δεν πρέ­πει ό­μως να συμ­πλα­κεις με τον Λυα­ιο για να μη θα­να­τω­θείς. Αν δε ει­σαι πτω­χός, να σε πλου­τί­σω ε­γώ, μό­νο να μη χάσεις τη ζω­ή σου.
Ο Νέ­στο­ρας α­πάν­τη­σε στο βα­σι­λιά:
— Ε­γώ πτω­χός δεν εί­μαι, ού­τε κα­τα­φρο­νώ τη ζω­ή μου, άλ­λα και πλού­το έ­χω και τη ζω­ή μου ά­γα­πω. Θέ­λω ό­μως να πα­λέ­ψω με τον Λυα­ιο για να λά­βω τι­μή· δι­ό­τι και αν εί­μαι πλού­σιος, τι­μή ό­μως δεν έ­χω, ε­πο­μέ­νως τι θέ­λω τον ά­τι­μο πλου­το; Α­γα­πω λοι­πόν να τι­μη­θώ και να φά­νω κα­λύ­τε­ρος ά­πό τον Λυα­ιο, γι’ αυ­τό α­πο­φα­σί­ζω να κιν­δυ­νεύ­σω. Ο­ταν ο βα­σι­λιάς ει­δε ό­τι ο νέ­ος δεν α­κού­ει, τον ά­φη­σε.
Ο Α­γιος Νέ­στωρ, α­μέ­σως πλη­σί­α­σε τον Λυα­ιο, ε­ρι­ξε το πα­νω­φό­ρι του και φώ­να­ξε:
— Ο Θε­ός του Δη­μη­τρί­ου, βο­ή­θει μοι.
Α­μέ­σως με το σπα­θί του χτύ­πη­σε τον Λυα­ιο στο κέν­τρο της καρ­δί­ας του, ο­πό­τε αυ­τός έ­πε­σε νε­κρός. Ο βα­σι­λιάς τα­ρά­χθη­κε. Κά­λε­σε τον Νέ­στο­ρα και του εί­πε:
— Νέ­ε, με ποι­ες μα­γεί­ες νί­κη­σες τον Λυα­ιο; Αυ­τός σκό­τω­σε τό­σους αν­θρώ­πους δυ­να­τό­τε­ρους ά­πό ε­σέ­να και έ­σύ πως τον θα­νά­τω­σες;
Ο Α­γιος Νέ­στο­ρας α­πο­κρί­θη­κε:
— Έ­γώ βα­σι­λιά μου δεν νί­κη­σα το Λυα­ιο με μα­γεί­ες, αλ­λά με τη δύ­να­μη του Ι­η­σου Χριστού, του α­λη­θι­νού Θε­ού.
Ο βα­σι­λιάς ε­ξορ­γί­στη­κε και δι­έ­τα­ξε έ­ναν ά­πό τους άρ­χον­τες, τον Μαρ­κια­νό, να βγά­λει τον Νέ­στο­ρα έ­ξω ά­πό τη Χρυ­σή Πύ­λη και να τον α­πο­κε­φα­λί­σει με το σπα­θί του. Και έ­τσι τε­λει­ώ­θη­κε ο Α­γιος Νέ­στωρ κα­τά τον λό­γο του Α­γί­ου Δη­μη­τρί­ου.
Ο βα­σι­λιάς με λύ­πη α­να­χώ­ρη­σε για το πα­λά­τι, μο­νο­λο­γών­τας:
— Μα τη δύ­να­μη των με­γά­λων θε­ών, α­πό μα­γεί­ες σκο­τώ­θη­κε σή­με­ρα ο φί­λος μου ο Λυα­ιος.
Μό­λις έ­μα­θε ό­τι ο Λυ­α­ΐ­ος φο­νεύ­θη­κε με ο­δη­γί­ες του Δη­μη­τρί­ου, πρό­στα­ξε τους στρα­τι­ώ­τες να πά­νε στο λου­τρό και να σκο­τώ­σουν τον Α­γιο Δη­μή­τριο.
— Ο­ποι­ος με α­γα­πά, να φύ­γει α­μέ­σως να σκο­τώ­σει τον Δη­μή­τριο.
Πή­γαν οι στρα­τι­ώ­τες και λόγ­χευ­σαν τον Α­γιο με τις λόγ­χες τους σε ό­λο του το σώ­μα. Η πρώ­τη λόγ­χευ­ση ή­ταν στη δε­ξιά του πλευ­ρά, δι­ό­τι μό­λις τους εί­δε ο Α­γιος,ύ­ψω­σε μό­νος του το δε­ξί του χέ­ρι για να τον λογ­χεύ­σουν. Με αυ­τό το μαρ­τύ­ριο τε­λει­ώ­θη­κε ο Α­γιος Δη­μή­τριος.
Κά­ποι­οι ευ­λα­βείς χρι­στια­νοί ήλ­θαν στο λου­τρό ε­κεί­νο κρυ­φά, επειδή φοβόταν το βα­σι­λιά και εν­τα­φί­α­σαν το λεί­ψα­νο στο μέ­ρος στο ό­ποι­ο τε­λει­ώ­θη­κε.
Κά­ποι­ος φί­λος του Α­γί­ου, ο Λού­πος, ο ό­ποι­ος βρι­σκό­ταν έ­κει κα­τά την ώ­ρα του μαρ­τυ­ρί­ου, έ­βγα­λε το δα­χτυ­λί­δι του Α­γί­ου ά­πό το δε­ξί του δά­κτυ­λο και πή­ρε το μαν­τή­λι του και το πα­νω­φό­ρι του α­πό τους ώ­μους του και τα έ­βα­ψε στο αί­μα του Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος και μ αυ­τά ε­νερ­γού­σε θαύ­μα­τα πολ­λά. Αρ­ρώ­στους γι­ά­τρευ­ε, δαι­μο­νι­σμέ­νους θε­ρά­πευ­ε.
Ο βα­σι­λιάς, μό­λις τα έ­μα­θε αυ­τά, έ­στει­λε στρα­τι­ώ­τες και α­πο­κε­φά­λι­σαν τον Λού­πο σε κά­ποι­ο τό­πο που λε­γό­ταν Τρι­βου­νά­λιο.
Μ’αυ­τό τον τρό­πο τε­λει­ώ­θη­κε ο Πο­λι­ού­χος μας, ο θαυ­­­μα­τουρ­γός και Μυ­ρο­βλή­της Δη­μή­τριος. Ο α­γα­πη­μέ­νος μα­θη­τής και φί­λος του Χριστού, μιμήθηκε πολύ τόν Χριστό στα μαρ­τυ­ρί­α τα ο­ποί­α υ­πέ­στη, στην α­πέ­ραν­τη καρ­τε­ρί­α του και στη δι­δα­χή την ο­ποί­α έκανε. Ο μαρ­τυ­ρι­κός του θά­να­τος ο­νο­μά­σθη­κε Χρι­στο­μί­μη­τος σφα­γή.
Από το βιβλίο: Άγιος Δημήτριος Πολιούχος Θεσσαλονίκης,

σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λαγκαδά κ. Ιωάννη

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

ΑΓΙΟΣ ΒΙΚΤΩΡ

Ο Άγιος Βίκτωρ ανήκει στο μαρτυρικό χορό, που με το αίμα του πότισε το ζωηφόρο δένδρο της χριστιανικής πίστης τον δεύτερο αιώνα μετά Χριστόν, όταν βασιλιάς ήταν ο Αντωνίνος (160 μ.Χ.). Οι υπηρεσίες του υπέρ του Ευαγγελίου, είχαν σαν στάδιο την Ιταλία. Εκεί ο Βίκτωρ έτρεχε σε διάφορες πόλεις και έσπερνε το λόγο της σωτηρίας. Συλλαμβάνεται γι' αυτό και εκβιάζεται να προσφέρει θυσία στα είδωλα. Επειδή όμως δεν λύγισε, του έβγαλαν τα μάτια και τον κρέμασαν με το κεφάλι προς τα κάτω. Έτσι παρέδωσε τη γενναία και άγια ψυχή του.
 
Ἀπολυτίκιον
 
Τρισάριθμον σύνθημα, των αθλοφόρων Χριστού, υμνήσωμεν άσμασι, χαριστηρίοις πιστοί, Μηνάν τον αοίδιμον, Βίκτωρα τον γενναίον, και Βικέντιον θείον, πλάνην την των ειδώλων, καταργήσαντας πίστει. Αυτών ταις ικεσίαις, Χριστέ ο Θεός, σώσον τας ψυχάς ημών.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον 

Tρισάριθμον σύνταγμα τῶν ἀθλητῶν τοῦ Χριστοῦ συμφώνως τιμήσωμεν ὡς καθαιρέτας ἐχθροῦ, Μηνᾶν τὸν ἀοίδημον, Βίκτωρα τὸν γενναῖον καὶ Βικέντιον ἅμα, τούτοις συνευφημοῦντες στεφανίδα τὴν θείαν. Αὐτῶν, Χριστέ, ἱκεσίαις πάντας ἐλέησον.

ΑΓΙΟΣ ΜΗΝΑΣ

Ο Άγιος Μηνάς γεννήθηκε στην Αίγυπτο στα μέσα περίπου του 3ου αιώνα μ.Χ. από γονείς ειδωλολάτρες. Ωστόσο, το ειδωλολατρικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωνε, δεν κατάφερε να σκληρύνει την καρδιά του η οποία, όταν ήλθε η στιγμή, σκίρτησε ακούγοντας την φωνή του «ἐτάζοντος καρδίας καὶ νεφρούς» (Ψαλμοί 7,10) Θεού και έτσι ο, έφηβος ακόμη, Μηνάς έγινε χριστιανός.

Μεγαλώνοντας, επέλεξε να σταδιοδρομήσει στον Ρωμαϊκό στρατό, στο ιππικό τάγμα των Ρουταλικών, υπό την διοίκηση του Αργυρίσκου. Η έδρα της μονάδας του ήταν στο Κοτυάειον (σημερινή Κιουτάχεια) της Μικράς Ασίας. Εκεί ο Μηνάς διακρίθηκε και για την φρόνησή του αλλά και για το ανδρείο του φρόνημα και γι’ αυτό έχαιρε εκτιμήσεως στο κύκλο των στρατιωτικών.

Δυστυχώς όμως, τρεις αιώνες μετά την έλευση του Χριστού και ο παλαιός κόσμος ακόμη δεν ήθελε να δεχθεί το λυτρωτικό μήνυμα της Αναστάσεως, παραμένοντας αυτάρεσκα, εγωιστικά και αυτοκαταστροφικά προσκολλημένος στη φθορά και το σκοτάδι. Οι αυτοκράτορες της Ρώμης άρχισαν και πάλι «πρὸς κέντρα λακτίζειν» (Πράξεις 26,14). Ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός διέταξαν διωγμό εναντίον των λογικών προβάτων του Χριστού, διωγμό ο οποίος κράτησε από το 303 έως το 311 μ.Χ. Έτσι, οι Ρωμαίοι στρατιώτες διατάχθηκαν να συλλαμβάνουν και να τυραννούν τους χριστιανούς προσπαθώντας να τους κάνουν να αλλαξοπιστήσουν. Αυτή ήταν και η πρώτη κρίσιμη στιγμή κατά την οποία ο Μηνάς κλήθηκε να πει «το μεγάλο ναι ή το μεγάλο όχι». Η πίστη του στον Χριστό νίκησε την κοσμική «σύνεση» και λογική.

Ο Άγιος δεν άντεξε, πέταξε στη γη την στρατιωτική του ζώνη απεκδυόμενος μ’ αυτόν τον τρόπο την ιδιότητα του στρατιώτη - διώκτη των χριστιανών, και διέφυγε στο παρακείμενο όρος. Εκεί ασκήτευε, προτιμώντας την συντροφιά των θηρίων της φύσης από την συντροφιά των αποθηριωμένων ειδωλολατρών. Εκεί, «ἐν ἐρημίαις πλανώμενος καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταὶς ὀπαὶς τῆς γῆς» (Προς Εβραίους 11,38), έζησε επί αρκετό διάστημα με νηστεία, αγρυπνία και προσευχή. Η ασκητική ζωή και η ησυχία εθέρμαναν την καρδιά του ανάβοντας τον θείο έρωτα και τον πόθο του μαρτυρίου.

Έτσι, σε ηλικία πενήντα περίπου ετών, μετά από θεία αποκάλυψη ότι είχε φτάσει η ώρα του μαρτυρίου, κατέβηκε στην πόλη, σε μέρα ειδωλολατρικού πανηγυριού και με παρρησία, εν μέσω των μαινομένων ειδωλολατρών, ομολόγησε τον Χριστό ως τον ένα και αληθινό Θεό, μυκτηρίζοντας τα κωφά και αναίσθητα είδωλα. Συνελήφθη και σύρθηκε δερόμενος μπροστά στον Πύρρο, τον διοικητή της πόλεως. Εκεί, μιλώντας με θάρρος, αποκάλυψε το όνομά του, την καταγωγή του, το στρατιωτικό του παρελθόν και, φυσικά, διεκήρυξε με τόλμη και αταλάντευτη επιμονή την πίστη του στον Χριστό. Οδηγήθηκε στη φυλακή και το πρωί της επομένης ημέρας, μετά το πέρας του ειδωλολατρικού πανηγυριού, τον παρουσίασαν και πάλι ενώπιον του ηγεμόνος ο οποίος τον κατηγόρησε ότι εξύβρισε τους θεούς και μάλιστα μπροστά του και ότι λιποτάκτησε από τον στρατό. Ο Άγιος αποδέχθηκε τις κατηγορίες χωρίς δισταγμό.

Ο Πύρρος, ευλαβούμενος στην αρχή την ηλικία και την ευκοσμία του, προσπάθησε με λόγια και υποσχέσεις αλλά και με απειλές στη συνέχεια, να τον αποσπάσει από την πίστη του Χριστού. Όταν οι προσπάθειές του προσέκρουσαν στην σταθερή άρνηση του Αγίου, διέταξε να τον υποβάλουν σε ανυπόφορα βασανιστήρια. Οι δήμιοι τον μαστίγωσαν τόσο πολύ ώστε άλλαξαν δύο και τρεις φορές οι μαστιγωτές του. Τον κρέμασαν και τον έγδερναν μέχρι που άρχισαν να φαίνονται τα εσωτερικά όργανα του Αγίου. Έπειτα, σαν να μην έφθαναν αυτά, έτριβαν το καταπληγωμένο του σώμα με τρίχινο ύφασμα και στο τέλος τον έσερναν γυμνό και κατακρεουργημένο πάνω σε μεταλλικά αγκάθια. Όλα τα υπέμενε με γενναιότητα και καρτεροψυχία ο Μάρτυς του Χριστού, εφαρμόζοντας το Ευαγγελικό «καὶ μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτείναι» (Ματθαίος 10,28).

Μάλιστα, την ώρα του μαρτυρίου, κάποιοι παλιοί συστρατιώτες του τον προέτρεπαν να θυσιάσει στα είδωλα λέγοντας ότι ο Θεός του θα τον δικαιολογήσει βλέποντας τα βασανιστήρια στα οποία τον υπέβαλλαν. Ο Άγιος αρνήθηκε αποφασιστικά και τους απάντησε ότι προσφέρει θυσία ακόμη και τον εαυτό του στον Χριστό, ο οποίος τον ενδυναμώνει για να υπομένει τις πληγές.

Ο ηγεμόνας, θαυμάζοντας την ευστοχία και την σοφία των απαντήσεων του Μάρτυρα, τον ρώτησε απορημένος πώς είναι δυνατόν ένας τραχύς στρατιώτης σαν αυτόν να μπορεί να απαντά κατ’ αυτόν τον τρόπο. Και ο Άγιος, με τη φώτιση του Θεού, του αποκρίθηκε ότι αυτή την ικανότητα την χαρίζει στους μάρτυρές του ο Χριστός, όπως έχει υποσχεθεί στο Ευαγγέλιο: «ὅταν δὲ προσφέρωσιν ὑμᾶς ἐπὶ τᾶς συναγωγᾶς καὶ τᾶς ἀρχὰς καὶ τᾶς ἐξουσίας, μὴ μεριμνᾶτε πῶς ἢ τί ἀπολογήσησθε ἢ τί εἴπητε. Τὸ γὰρ Ἅγιον Πνεῦμα διδάξει ὑμᾶς ἐν αὐτῇ τὴ ὥρα ἃ δεῖ εἰπειν» (Λουκά ιβ’, 11-12).

Τότε, απελπισμένος ο τύραννος, διέταξε να τον αποκεφαλίσουν. Βαδίζοντας προς τον τόπο της εκτέλεσης ο Άγιος πρόλαβε να ζητήσει από κάποιους κρυπτοχριστιανούς να μεταφέρουν το λείψανό του στην Αίγυπτο.

Ο αποκεφαλισμός του έγινε την 11η Νοεμβρίου στις αρχές του 4ου αι. μ.Χ. (πιθανότατα το 304 μ.Χ.) και έτσι η ψυχή του πέταξε χαρούμενη προς τον Σωτήρα Χριστό τον οποίο τόσο επόθησε ο Άγιος και για τον οποίο θυσιάσθηκε. Οι δήμιοι άναψαν φωτιά για να κάψουν το σώμα του.

Ότι κατάφεραν οι χριστιανοί να περισώσουν από την πυρά το μετέφεραν στην Αίγυπτο και το έθαψαν κοντά στην Μαρεώτιδα λίμνη, νοτιοδυτικά της Αλεξάνδρειας.

Στο σημείο εκείνο σταμάτησε, κατά την παράδοση, η καμήλα που μετέφερε τα λείψανα αρνούμενη πεισματικά να προχωρήσει. Έτσι οι χριστιανοί κατάλαβαν ότι ήταν θέλημα Θεού να ενταφιασθούν εκεί τα λείψανα του Αγίου.

Η περιοχή του τάφου πολύ σύντομα εξελίχθηκε σε προσκυνηματικό - λατρευτικό κέντρο.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος, όταν ήταν Πατριάρχης Αλεξανδρείας ο Μέγας Αθανάσιος, ανήγειρε ναό πάνω στον τάφο του Αγίου. Σε λίγα χρόνια δημιουργήθηκε εκεί εκτεταμένο κτιριακό συγκρότημα το οποίο περιελάμβανε δύο ναούς, μοναστήρι, ξενώνες και άλλες εγκαταστάσεις.